Έρχονται συγχωνεύσεις νοσοκομείων

από fimotro

Πώς διαμορφώνεται ο νέος χάρτης του ΕΣΥ

Ο άναρχος σχεδιασμός του ΕΣΥ, ομοιάζοντας με «γίγαντα» που καταναλώνει πόρους χωρίς να αποδίδει τα μέγιστα σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας, είναι η αιτία που η κυβέρνηση προλογίζει τη «ριζική αναδιάρθρωση» του υγειονομικού χάρτη. Στόχος, σύμφωνα με τα Νέα, είναι με τη μεταρρύθμιση που δρομολογείται να αναπτυχθεί ένα ισχυρό και ευέλικτο σύμπλεγμα υπηρεσιών που θα ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των πολιτών, με το βλέμμα στραμμένο στις σύγχρονες ανάγκες της μεταπανδημικής εποχής.

Στην παραδοχή ότι το ΕΣΥ «ασθενεί» προχώρησε πρόσφατα ο Πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης. Με γνώμονα δε τα πανδημικά διδάγματα και χωρίς περιστροφές επισήμανε ότι κατά τη διάρκεια των κυμάτων που προκάλεσε ο κορωνοϊός «τα περιφερειακά νοσοκομεία δοκιμάστηκαν».

Τις στρεβλώσεις του παρωχημένου (πλέον) συστήματος έχουν ξεκινήσει να αποτυπώνουν στην αναλυτική τους έκθεση – που θα αποτελέσει το θεμέλιο των επερχόμενων παρεμβάσεων, οι οποίες συνοψίζονται σε συγχωνεύσεις νοσοκομείων και κλινικών αλλά και σε κατάργηση ή μετατροπή ρόλου συγκεκριμένων υγειονομικών μονάδων – τα μέλη ειδικής επιτροπής που έχει συσταθεί υπό την ηγεσία του υπουργείου Υγείας. Πρόκειται για έμπειρα στελέχη με ενδελεχή γνώση του πολύπαθου τομέα της Υγείας – όπως οι καθηγητές Ιωάννης Ν. Υφαντόπουλος, Νίκος Πολύζος, Γιάννης Τούνιας, Κυριάκος Σουλιώτης – που έχουν προειδοποιήσει κατά καιρούς για την επείγουσα ανάγκη ανασυγκρότησης. Υπενθυμίζεται δε, ότι ακριβώς μια δεκαετία πριν οι δυσλειτουργίες του συστήματος είχαν μπει ψηλά στην τότε κυβερνητική ατζέντα ως προαπαιτούμενο των μνημονιακών δεσμεύσεων.

Ομως, οι σφοδρές αντιδράσεις που προκάλεσαν τα τότε σχέδια ήταν μία από τις αιτίες που τολμηρές πλην όμως θεραπευτικές προσεγγίσεις παρέμειναν στα… συρτάρια. Πλέον, όμως, η πανδημική εμπειρία αποκαλύπτει ότι δεν υπάρχει περιθώριο για καθυστερήσεις ούτε και για πολιτική ατολμία.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει υπογραμμίσει ότι η πανδημία ανέδειξε ξεκάθαρα ένα ΕΣΥ «δύο ταχυτήτων», προσθέτοντας με νόημα ότι «δεν γίνεται να έχουμε τρία νοσοκομεία μέσα σε ακτίνα 20-30 χιλιομέτρων».

Τα παραδείγματα είναι πολλά: Το Λασίθι αποτελεί μία «ιδιάζουσα» περίπτωση όπου λειτουργούν τέσσερις δομές δευτεροβάθμιας φροντίδας, όμως παρά τις δυσκολίες του οδικού άξονα ο κατακερματισμός αυτός υπερβαίνει τις ανάγκες των περίπου 75.000 κατοίκων. Αντίστοιχο «μοντέλο» εφαρμόζεται στον νομό Βοιωτίας όπου σε απόσταση λιγότερη των 50 χλμ. βρίσκονται τα νοσηλευτικά ιδρύματα Λιβαδειάς και Θήβας αλλά και στον νομό Αργολίδας όπου οι δομές του Αργους και του Ναυπλίου απέχουν μόλις 15 χλμ.

Τα παράδοξα, όμως, δεν σταματούν εδώ: Το νοσοκομείο της Κέρκυρας που αποτελεί ένα «διαμάντι» του ΕΣΥ σε ό,τι αφορά τις κτιριακές του εγκαταστάσεις αλλά και τον τεχνολογικό του εξοπλισμό είναι μονίμως υποστελεχωμένο, με αποτέλεσμα οι ασθενείς να απευθύνονται σε νοσοκομεία της Αττικής ή των Ιωαννίνων.

Οι δρομολογούμενες συγχωνεύσεις και καταργήσεις εντούτοις δεν αφορούν μόνον νοσοκομειακές δομές αλλά και εργαστήρια και εξοπλισμό σε μία προσπάθεια εξορθολογισμου των διαθέσιμων δυνάμεων με στόχο τη δημιουργία ενός ευέλικτου και αποδοτικού συστήματος. Συνεπώς, στο μικροσκόπιο βρίσκονται και τα νοσοκομεία της Αττικής.

Ανάμεσα στις χαρακτηριστικές περιπτώσεις κατασπατάλησης έμψυχων και άψυχων πόρων – όπως αναφέρουν στα «ΝΕΑ» καλά πληροφορημένες πηγές για εκείνα που δρομολογούνται – είναι και η πληθώρα νευροχειρουργικών κλινικών στην επικράτεια: Συνολικά είναι 23 όταν σύμφωνα με τους πληθυσμιακούς δείκτες αρκούν μόλις 13 (σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα).

Επιπρόσθετα όμως καταγράφεται μία ακόμη στρέβλωση που λειτουργεί ως «μαύρη τρύπα»: Η πληρότητα αρκετών περιφερειακών νοσοκομείων δεν ξεπερνά το 50% με αποτέλεσμα να μην είναι βιώσιμα, την ώρα που η χώρα πάσχει από δομές μετανοσοκομειακής φροντίδας (όπως είναι τα κέντρα αποκατάστασης, οι μονάδες χρονίως πασχόντων κ.ο.κ.).

Αντιστρόφως ανάλογα, μεγάλα νοσηλευτικά ιδρύματα (π.χ. πανεπιστημιακά) καταγράφουν πληρότητα άνω του 90% με αποτέλεσμα να αναπτύσσονται ράντζα (μια ακόμη… μαύρη σελίδα του ΕΣΥ), όταν το αντίστοιχο ποσοστό δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει το 70% ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν έκτακτες, αυξημένες ανάγκες.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ...

Η ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη περιήγηση σας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτήν τη σελίδα αποδέχεστε τα Cookies. Αποδοχή Περισσότερα