Τεράστιες καταστροφές στην πρωτογενή παραγωγή από τις φωτιές

από fimotro

Ανυπολόγιστη ζημιά από τις πυρκαγιές σε αγροτικές και κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις δείχνουν τα προσωρινά στοιχεία περιφερειών που δοκιμάζονται επί μέρες από τα πύρινα μέτωπα.

Ο ΕΛΓΑ αναμένεται να αρχίσει την απογραφή των ζημιών αμέσως μόλις σβήσουν οι φωτιές αλλά οι πρώτες πληροφορίες δείχνουν σοβαρή απειλή για το εισόδημα χιλιάδων αγροτών, με συνέπειες και για τον κύκλο εργασιών του πρωτογενούς τομέα. Ενδεικτικά σημειώνεται ότι μόνο στην Ηλία, περιοχή στην οποία οι φωτιές ξυπνούν μνήμες από την καταστροφική πυρκαγιά του 2007 (όταν έχασαν τη ζωή τους 45 άνθρωποι) έχουν γίνει ήδη στάχτη 165.000 ελαιόδεντρα.

Σημειώνεται ότι η περιοχή παράγει σχεδόν 25 χιλ. τόνους ετησίως από τους περίπου 230 χιλ. τόνους που είναι το σύνολο της εθνικής παραγωγής. Επίσης κάηκαν ήδη 2.500 μηλιές και καστανιές και 1.600 στρέμματα αμπελοειδή. Η φωτιά έχει αφανίσει 600 μελισσοσμήνη, 700 πρόβατα, 35.000 πουλερικά (πλήρης καταστροφή του Πτηνοτροφείου Κατσίκα) και 32 στάβλους με ζωοτροφές.

Σύμφωνα με πληροφορίες από τις τοπικές αρχές και παραγωγούς έχουν καεί πολλές αγροτικές και κτηνοτροφικές αποθήκες, κερασιές, για τις οποίες δεν έχει γίνει ακόμη καταγραφή ενώ έχουν πληγεί και ρετσινοπαραγωγοί λόγω της καταστροφής των πεύκων. Μόνο σε σιτηρά-καλαμπόκι δεν αναφέρονται σημαντικές ζημιές, καθώς είχε προηγηθεί θερισμός.

Το αποτύπωμα της πυρκαγιάς είναι ήδη μεγάλο στην περιοχή. Σημειώνεται ότι με βάση την τελευταία απογραφή στο νομό Ηλείας οι εκμεταλλεύσεις είναι συνολικά 31.100. Από αυτές 23.450 είναι αμιγώς γεωργικές, 146 κτηνοτροφικές και 7.500 μεικτές.

Η Ηλεία είναι ένα ενδεικτικό παράδειγμα των καταστροφών που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η χώρα, όταν περάσει ο κίνδυνος της φωτιάς, σε επίπεδο γεωργικών και κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων. Σημειώνεται ότι παρά την κρίση ο κύκλος εργασιών της πρωτογενούς παραγωγής ενισχύθηκε κατά 3% το 2020, με τη βιομηχανία τροφίμων να υποχωρεί μόλις -1% (έναντι -14% της λοιπής βιομηχανίας), με ώθηση από τις εξαγωγές που αυξήθηκαν κατά 11% το 2020, σημειώνοντας την υψηλότερη επίδοση μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών (-0,5% κατά μέσο όρο) – δυναμική που συνεχίζεται το 2021.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ...

Η ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη περιήγηση σας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτήν τη σελίδα αποδέχεστε τα Cookies. Αποδοχή Περισσότερα