Scope Ratings: Θετικό για την αξιολόγηση της Ελλάδας το εκλογικό αποτέλεσμα

από fimotro

“Mειώνεται η αβεβαιότητα, πώς θα έλθει η επενδυτική βαθμίδα”, επισημαίνει ο οίκος αξιολόγησης

Το αποτέλεσμα του πρώτου γύρου των εκλογών είναι πιστωτικό θετικό, μειώνοντας την αβεβαιότητα γύρω από τις πολιτικές που θα εφαρμοστούν, επισημαίνει ο οίκος αξιολόγησης Scope Ratings. Η συνέχεια της πολιτικής που απορρέει από μια αναμενόμενη επανεκλογή της Νέας Δημοκρατίας και μια μακροπρόθεσμη συνέχιση της πρόσφατης προόδου θα υποστηρίξει την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας, εξηγεί ο οίκος, ο οποίος ωστόσο επισημαίνει πως, παρά τις σημαντικές βελτιώσεις που έχει κάνει η χώρα, οι προκλήσεις παραμένουν σημαντικές.

Ειδικότερα, όπως επισημαίνει, οι εκλογές του α’ γύρου απέφεραν ένα πολύ ισχυρό αποτέλεσμα για τη Νέα Δημοκρατία, τοποθετώντας την ισχυρά στην πρώτη θέση και καθιστώντας τον δεύτερο “γύρο” των εκλογών σχεδόν αναπόφευκτο σε περίπου ένα μήνα. Στον δεύτερο γύρο, το μεγαλύτερο κόμμα θα μπορούσε να λάβει μπόνους έως και 50 εδρών, αυξάνοντας τις δυνατότητες της Νέας Δημοκρατίας να διατηρήσει την απόλυτη κοινοβουλευτική της πλειοψηφία.

Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της ΕΕ που δεν αξιολογείται επί του παρόντος με επενδυτική βαθμίδα, αλλά για να την ανακτήσει για πρώτη φορά από το 2010, η δυναμική των μεταρρυθμίσεων, η συνετή δημοσιονομική στάση και η ενισχυμένη σχέση με την Ευρώπη, παράγοντες που στήριξαν τις πρόσφατες αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας, θα πρέπει να θεωρηθούν ότι θα διατηρηθούν μακροπρόθεσμα.

Η χώρα έχει επωφεληθεί από τη στήριξη της ΕΚΤ από την κρίση της Covid-19, ωστόσο, απαιτείται συνεχής συμμόρφωση με τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες για τη διατήρηση του backstop αυτού. Οποιαδήποτε απροσδόκητη επιστροφή σε ένα πιο ταραχώδες πολιτικό περιβάλλον, η μη τήρηση των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων και η οπισθοδρόμηση των μεταρρυθμίσεων μετά τις εκλογές θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την πρόσφατη πρόοδο, προσθέτει ο οίκος.

Η Ελλάδα άντεξε μετά από μια δύσκολη δεκαετία

Τα τελευταία 15 χρόνια, η ελληνική οικονομία υπέστη πτώση της παραγωγής κατά 30% από την περίοδο 2008-13, λόγω της χρεοκοπίας, των εικασιών της αγοράς για έξοδο από το ευρώ, τη σοβαρή λιτότητα, την τραπεζική κρίση και, πιο πρόσφατα, την ύφεση που προκλήθηκε από τον Covid και μια κρίση κόστους διαβίωσης. Αλλά η χώρα έχει επιμείνει, υιοθετώντας φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις και αυξάνοντας σημαντικά την επενδυτική και οικονομική ανταγωνιστικότητά της. Η ολοκλήρωση της μεταμνημονιακής εποπτείας το περασμένο καλοκαίρι αντιπροσωπεύει ένα ακόμη βήμα προς την επιστροφή στην κανονικότητα.

Η πρόοδος της Ελλάδας αντανακλάται στην τροχιά της πιστοληπτικής της ικανότητας, σημειώνει ο οίκος. Η Scope έχει αναβαθμίσει την Ελλάδα κατά πέντε βαθμίδες αξιολόγησης από Β- σε ΒΒ+ από τότε που την αξιολόγησε για πρώτη φορά το 2017 και ήταν ο πρώτος οίκος που ανέβασε την Ελλάδα σε μία μόνο βαθμίδα μακριά από την επενδυτική, τον Σεπτέμβριο του 2021. Τον Δεκέμβριο του 2022, η Scope ήταν επίσης ο πρώτος οίκος αξιολόγησης που αναβάθμισε σε θετική την προοπτική στην αξιολόγηση BB+ της Ελλάδας. Σημειώνεται πως η επόμενη αξιολόγηση της Scope είναι στις 4 Αυγούστου.

Σημαντικές οικονομικές προκλήσεις παραμένουν στον ορίζοντα

Στα τέλη του 2022, η τριμηνιαία παραγωγή της Ελλάδας παρέμενε 22% κάτω από τα επίπεδα πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση – αποδεικνύοντας τις οικονομικές προκλήσεις των τελευταίων 15 ετών. Αυτό συμβαίνει παρόλο που η Scope αναβάθμισε την εκτίμησή της για την ανάπτυξη από 1,3% σε 2,2% για το 2023, ακολουθούμενο από 1,4% για το 2024 (από 2% πριν) – διατηρώντας την προσδοκία για ισχυρή ανάκαμψη από την κορύφωση της κρίσης Covid-19.

Η ανεργία μειώθηκε περισσότερο από το μισό από το υψηλό του 28% και αναμένεται να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 10,9% το 2023 και το 2024. Οι μεταρρυθμίσεις ενισχύουν το εμπόριο και τις άμεσες ξένες επενδύσεις, ενώ τα έσοδα από τον τουρισμό έχουν ανακάμψει στο 95% των προ-πανδημίας επιπέδων σύμφωνα με τα στοιχεία του Φεβρουαρίου. Ωστόσο, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά φτώχειας στην ΕΕ.

Τα capital controls άρθηκαν πριν από περισσότερα από τρία χρόνια και το ύψος των μη εξυπηρετούμενων δανείων μειώθηκε από σχεδόν 50% τον Ιούνιο του 2017 σε 8,2%. Ωστόσο, αυτό παραμένει σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ του 1,8%, επισημαίνει η Scope.

Το ελληνικό δημόσιο χρέος εξακολουθεί να είναι αυξημένο, στο 171% του ΑΕΠ στο τέλος του 2022, αν και κάτω από το ανώτατο όριο του 206% το 2020. H Scope προβλέπει ότι το χρέος της γενικής κυβέρνησης θα μειωθεί στο 143% του ΑΕΠ έως το 2028 υπό ένα αισιόδοξο σενάριο χωρίς σημαντικές οπισθοδρομήσεις στην ανάκαμψη. Όμως, στις χρηματοπιστωτικές αγορές, το spread του ελληνικού χρέους προς τη Γερμανία έχει πέσει κάτω από τις 140 μονάδες βάσης από 295 μονάδες βάσης τον περασμένο Οκτώβριο και 48 μ.β κάτω από αυτό της Ιταλίας η οποία έχει επενδυτική βαθμίδα.

Τέλος, όπως επισημαίνει ο οίκος, η Ελλάδα παρουσίασε ισοσκελισμένο πρωτογενή δημοσιονομικό λογαριασμό πέρυσι – ξεπερνώντας τις περισσότερες προσδοκίες. Ωστόσο, επικρατεί αβεβαιότητα σχετικά με το αν θα διατηρηθούν τα σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 2% του ΑΕΠ ετησίως τα επόμενα χρόνια και πόσο εύρωστο θα αποδειχθεί το πλαίσιο δημοσιονομικής πολιτικής της Ελλάδας υπό συνθήκες ελαφρύτερης ευρωπαϊκής δημοσιονομικής εποπτείας και πιο σημαντικής πρόσβασης στην αγορά.

Ρεπορτάζ : Ελευθερία Κούρταλη

Πηγή: capital.gr

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ...

Η ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη περιήγηση σας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτήν τη σελίδα αποδέχεστε τα Cookies. Αποδοχή Περισσότερα