Ποιο λάθος κάνουν Βρετανία και ΕΕ με το εμβόλιο της AstraZeneca

από fimotro

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις του Fimotro.gr στο Google News


H M. Βρετανία υπήρξε ένα είδος “αποστάτη” ως προς το εμβολιαστικό της πρόγραμμα κατά της covid-19. Στην έναρξη της παγκόσμιας εκστρατείας, το Ηνωμένο Βασίλειο -σε μια προσπάθεια να εμβολιάσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους το συντομότερο δυνατόν- επιμήκυνε το χρονικό διάστημα μεταξύ της 1ης και της 2ης δόσης περισσότερο από αυτό που υποδείκνυαν οι δοκιμαστικοί έλεγχοι μέχρι τότε.

Αντί για την προτεινόμενη “απόσταση” τριών εβδομάδων ανάμεσα στις δύο δόσεις του εμβολίου των Pfizer/BioNTech ή των 6 έως 12 εβδομάδων για το εμβόλιο που ανέπτυξαν από κοινού AstraZeneca και Πανεπιστήμιο  της Οξφόρδης, η βρετανική κυβέρνηση όρισε το μεσοδιάστημα στις 12 εβδομάδες για όλα τα εμβόλια. Ήταν ένα ριψοκίνδυνο στοίχημα που δέχθηκε επικρίσεις τόσο από ειδικούς σε θέματα υγείας όσο και από αναλυτές (ανάμεσά τους και εγώ), καθότι ανησυχούσαν ότι αυτή η κίνηση (που δεν είχε “τεσταριστεί”) θα αποδυνάμωνε την προστασία από τον ιό και θα “έδινε χώρο” στα μεταλλαγμένα στελέχη.

Ευτυχώς, το στοίχημα απέδωσε: Η εκστρατεία εμβολιασμών πήγε εξαιρετικά καλά. Σε αυτό συνέβαλε εν μέρει και το ταυτόχρονο “σκληρό” lockdown 4 μηνών που είχε ως αποτέλεσμα να υποχωρήσουν οι αριθμοί των μολύνσεων αλλά και να μειωθεί ο κίνδυνος ανάπτυξης μεταλλάξεων που θα ήταν πιο ανθεκτικές στα εμβόλια. Αποδείχθηκε ότι έκανα λάθος που ανησυχούσα για την προσέγγιση της κυβέρνησης. Θα πρέπει να αποδώσουμε τα εύσημα στους επιστήμονες και στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής της Βρετανίας, αφού κατάφεραν να φτάσει η χώρα σε πολύ χαμηλούς αριθμούς νέων μολύνσεων, παρά τη σταδιακή χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων.

Την περίοδο αυτή, όμως, το Ηνωμένο Βασίλειο “εκτρέπεται” πάλι. Και μάλιστα με τρόπο που εγκυμονεί νέους κινδύνους. Και αυτήν τη φορά, οι αρμόδιοι ίσως να μην εκτιμούν σωστά το ρίσκο.

Η Μ. Βρετανία περιορίζει σε μικρό βαθμό τη χρήση του εμβολίου της AstraZeneca, συνιστώντας στα άτομα κάτω των 30 ετών να μην τo κάνουν. Πρόκειται για τη νεότερη ηλικιακή ομάδα στην οποία γίνεται αυτή η σύσταση, σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της δυτικής Ευρώπης, παρόλο που δυνητικά το υψηλότερο ποσοστό σπάνιων περιστατικών θρομβώσεων (που τώρα ονομάζεται θρόμβωση με σύνδρομο θρομβοπενίας ή TTS) εμφανίζεται στους νεότερους. Όλες αυτές οι χώρες έχουν πρόσβαση στα ίδια δεδομένα όσον αφορά τα ποσοστά εμφάνισης των σπάνιων θρομβώσεων και μπορούν να κάνουν τους ίδιους υπολογισμούς όταν καλούνται να αποφανθούν για το ισοζύγιο  κινδύνου-οφέλους. Ποιος έχει δίκιο, λοιπόν; Νομίζω ότι και οι δύο έχουν άδικο.

Στην εκτίμηση του ισοζυγίου μεταξύ κινδύνου-οφέλους που έχουν τα εμβόλια, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το ιστορικό του αριθμού των μολύνσεων, αφού αυτό το στοιχείο είναι ζωτικής σημασίας για να φανεί αν οι κίνδυνοι από τις παρενέργειες υπερτερούν έναντι του κινδύνου να νοσήσει κάποιος. Όταν υπάρχει υψηλότερος αριθμός μολύνσεων, αυξάνεται αντίστοιχα και ο κίνδυνος να νοσήσει κάποιος σοβαρά από την covid-19, και αυτό μπορεί να αποτελέσει ένα επιχείρημα υπέρ του μικρότερου κινδύνου που υπάρχει δυνητικά από τις παρενέργειες του εμβολίου. Όταν οι αριθμοί των κρουσμάτων κινούνται σε χαμηλά επίπεδα και οι κίνδυνοι δεν είναι ανομοιογενείς, συμβαίνει το αντίθετο. Αυτή είναι και η ουσία του ζητήματος.

Τόσο η Ρυθμιστική Υπηρεσία Φαρμάκων και Προϊόντων Υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου (ΜΗRA) όσο και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (ΕΜΑ) έχουν δημοσιεύσει infographics που δείχνουν αυτή την αλληλεπίδραση. Με τους αριθμούς των μολύνσεων να κινούνται σε χαμηλά επίπεδα, όπως σήμερα στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο MHRA επισημαίνει ότι τα περιστατικά σπάνιων θρομβώσεων που συνδέονται με τη λήψη του εμβολίου ανέρχονται σε 0,8 ανά 100.000 άτομα για την ηλικιακή ομάδα των 30-39 ετών, την ίδια ώρα που 2,7 ανά 100.000 άτομα εισάγονται σε ΜΕΘ covid. Ασφαλώς, υπάρχει διαφορά. Αλλά δεν είναι τόσο μεγάλη όσο αυτή που παρατηρούμε όταν οι αριθμοί των μολύνσεων κινούνται σε υψηλότερα επίπεδα. Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, οι εισαγωγές σε ΜΕΘ covid είναι 24,9 ανά 100.000 άτομα.

Δεδομένων των χαμηλών αριθμών κρουσμάτων, το Ηνωμένο Βασίλειο ρισκάρει υπερβολικά με το εμβόλιο της AstraZeneca. Θα πρέπει να αυξήσει το ηλικιακό όριο στα 55 έτη και άνω, όπου ο κίνδυνος για περιστατικά θρομβώσεων είναι 0,4 περιστατικά ανά 100.000 άτομα και ο κίνδυνος για εισαγωγή σε ΜΕΘ covid ανέρχεται σε 10,5 περιστατικά ανά 100.000 άτομα. Και θα πρέπει να το κάνει, ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι θα καθυστερήσει η επανέναρξη ορισμένων δραστηριοτήτων λόγω των περιοριστικών μέτρων.

Από την άλλη πλευρά, οι χώρες της ΕΕ κάνουν το λάθος να χορηγούν το εμβόλιο μόνο σε άτομα ηλικίας άνω των 55 ή 60 ετών, με δεδομένο ότι παρουσιάζονται σχετικά υψηλοί αριθμοί κρουσμάτων και θανάτων σε όλο το ευρωπαϊκό μπλοκ. Μολονότι η ΕΕ δεν εξαρτάται πλήρως από το εμβόλιο της AstraZeneca, το συγκεκριμένο σκεύασμα παραμένει σημαντικό “όπλο” στη φαρέτρα για την καταπολέμηση της πανδημίας και την αποτροπή πολλών θανάτων.

Ασφαλώς, όλα αυτά ωχριούν μπροστά στην τραγική κατάσταση που εξελίσσεται στην Ινδία. Εκεί, ακόμα και μία δόση παραπάνω γέρνει το ισοζύγιο κινδύνου-οφέλους υπέρ του εμβολίου. Στο κάτω-κάτω η μάχη κατά της covid-19 διεξάγεται σε όλη την υφήλιο. Ακόμη και σε χώρες ή περιοχές όπου οι αριθμοί των κρουσμάτων παρουσιάζουν μείωση, η ενδεδειγμένη αντίδραση (εκτιμώντας το ισοζύγιο κινδύνου-οφέλους με βάση τις εκάστοτε τοπικές υγειονομικές συνθήκες) είναι ζωτικής σημασίας για να διατηρηθούν τα πράγματα στον σωστό δρόμο και να περιοριστούν οι απώλειες.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ...

Η ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη περιήγηση σας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτήν τη σελίδα αποδέχεστε τα Cookies. Αποδοχή Περισσότερα