Με δικαστική βούλα εκτός εργασίας οι ανεμβολίαστοι

από fimotro

Συνταγματικός και σύμφωνος με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ο έμμεσος υποχρεωτικός εμβολιασμός -Οι πρώτες αποφάσεις ελληνικών δικαστηρίων: Νόμιμη η παύση εργασίας σε δομές υγείας

Ο έμμεσος υποχρεωτικός εμβολιασμός που επιβάλλει η Πολιτεία ως μέτρο πρόληψης της πανδημίας του κορωνοϊού δεν παραβιάζει τα ατομικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των πολιτών και είναι συνταγματικά ανεκτός, καθώς η προστασία της υγείας δεν αποτελεί μόνο ατομικό αλλά και κοινωνικό δικαίωμα. Σε ό,τι αφορά τώρα υπαλλήλους είτε του δημόσιου είτε του ιδιωτικού τομέα οι οποίοι αρνούνται να εμβολιαστούν, οι εργοδότες τους έχουν τη δυνατότητα, βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας, να τους θέσουν σε καθεστώς αναστολής εργασίας χωρίς να τους αποδίδουν τον μισθό τους. Αντίθετα, τυχόν φυσικός εξαναγκασμός ενός πολίτη να εμβολιαστεί, κάτι το οποίο στην Ευρωπαϊκή Ενωση τουλάχιστον δεν νοείται, είναι βέβαιο ότι θα προσκρούσει σε νομικό τοίχο.

Αυτό είναι το «διά ταύτα» της ερμηνείας που επιχειρείται επί της πλούσιας νομολογίας που έχει διαμορφώσει μέχρι στιγμής για το ζήτημα του υποχρεωτικού εμβολιασμού τόσο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) με έδρα το Στρασβούργο όσο και το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ). Η νομολογία αυτή, σε συνδυασμό με την ισχύουσα ελληνική νομοθεσία και τα σχετικά πορίσματα του Εργαστηρίου Μελέτης Ιατρικού Δικαίου και Βιοηθικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), καταδεικνύει και τα νομικά μονοπάτια πάνω στα οποία θα βαδίσουν οι Ελληνες δικαστές, οι οποίοι ήδη καλούνται να κρίνουν προσφυγές κατά βάση εργαζομένων σε δομές υγείας που τίθενται σε καθεστώς αναστολής εργασίας επειδή δεν εμβολιάζονται.

Τις αποφάσεις που απαρτίζουν το νομολογιακό οπλοστάσιο για ζητήματα που αφορούν τον υποχρεωτικό εμβολιασμό, τα μέτρα πρόληψης της πανδημίας, αλλά και την ερμηνεία αυτών αποτυπώνει ο ποινικολόγος Βασίλης Χειρδάρης στο πλαίσιο επιστημονικής εισήγησής του προς την Επιτροπή Συνταγματικών Δικαιωμάτων και Ατομικών Ελευθεριών που έχει συστήσει ο Δικηγορικός Σύλλογος της Αθήνας (ΔΣΑ). Η εν λόγω επιτροπή εξετάζει τα νομικά ζητήματα που ανακύπτουν αναφορικά με το θέμα του υποχρεωτικού εμβολιασμού και η εισήγηση του κ. Χειρδάρη, την οποία παρουσιάζει το «protothema.gr», καταγράφει τα νομολογιακά δεδομένα όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί σε ευρωπαϊκό και εθνικό δικαστικό επίπεδο μέχρι και τις 24 Ιουλίου και τα οποία αναμένεται να αποτελέσουν οδηγό για τους Ελληνες δικαστές, τους Ευρωπαίους συναδέλφους τους, αλλά και τους δικαστές των κρατών-μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Η απόφαση του Πρωτοδικείου Βόλου

Ηδη μάλιστα στη χώρα μας εκδόθηκε προσωρινή, δικαστική απόφαση κατά ανεμβολίαστων εργαζομένων σε Κοινωφελή Επιχείρηση Κοινωνικής Προστασίας και Αλληλεγγύης του Δήμου Βόλου, η οποία είναι δομή στήριξης ευπαθών ατόμων και ηλικιωμένων. Οι εργαζόμενοι ζητούσαν με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που κατέθεσαν να εκδοθεί προσωρινή διαταγή ώστε να συνεχίσει η επιχείρηση προσωρινά να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους παρά τον μη εμβολιασμό τους. Ωστόσο, το Μονομελές Πρωτοδικείου Βόλου απέρριψε την αίτησή τους, επισφραγίζοντας έτσι την απόφαση των εργοδοτών για απομάκρυνσή τους από την εργασία. Μάλιστα, το δικαστήριο αναφέρει πως κατά τον χρόνο αναστολής καθηκόντων, ο οποίος δεν λογίζεται ως χρόνος πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, οι εν λόγω εργαζόμενοι δεν θα λαμβάνουν τις αποδοχές τους. Σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι εμβολιαστούν και μετά τη συμπλήρωση 14 ημερών από την ολοκλήρωση του εμβολιασμού τους, η επιχείρηση θα πρέπει να άρει την αναστολή.

«Ενα σύστημα υποχρεωτικού εμβολιασμού δεν παραβιάζει κατ’ αρχήν το Σύνταγμα, ούτε και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) ή άλλη διεθνή σύμβαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων», αναφέρει ο κ. Χειρδάρης στην εισήγησή του, επικαλούμενος πλειάδα αποφάσεων του δικαστηρίου του Στρασβούργου, αλλά και την απόφαση του ΣτΕ (2387/2020) για το θέμα του εμβολιασμού βρεφών και νηπίων ως προϋπόθεση για την εγγραφή των παιδιών στο σχολείο.

H απόφαση του ΣτΕ

Με την απόφαση αυτή του ΣτΕ κρίθηκε ότι «η θέσπιση του επίμαχου μέτρου δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας, δεδομένου ότι σε εμβολιασμό υπόκεινται όλα ανεξαιρέτως τα νήπια και παιδιά, πλην εκείνων που τελούν ατομικώς σε ειδικές διαφορετικές συνθήκες, δεν επιτρέπεται δηλαδή για λόγους υγείας να εμβολιαστούν». Αντιθέτως, σύμφωνα με την ίδια απόφαση του ΣτΕ, «θα ήταν αντίθετη στην αρχή της ισότητας η αξίωση προσώπου να μην εμβολιαστεί επικαλούμενο ότι δεν διατρέχει ατομικό κίνδυνο, εφόσον διαβιώνει σε ασφαλές περιβάλλον οφειλόμενο στο γεγονός ότι τα άλλα πρόσωπα του περιβάλλοντός του έχουν εμβολιαστεί».

Εξάλλου, στα τέλη του περασμένου Ιουλίου το Τμήμα Αναστολών της Ολομέλειας του ΣτΕ απέρριψε αίτηση υπηρετούντων στην ΕΜΑΚ οι οποίοι ζητούσαν να «παγώσει» η απόφαση του Αρχηγείου του Πυροσβεστικού Σώματος για υποχρεωτικό εμβολιασμό τους. Οι ανώτατοι δικαστές έκριναν ότι επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι συνίστανται, μεταξύ άλλων, στην ανάγκη διασφάλισης της αδιάλειπτης και ακώλυτης λειτουργίας των Ειδικών Μονάδων του Πυροσβεστικού Σώματος που είναι επιφορτισμένες με την αντιμετώπιση καταστροφών, επιβάλλουν τον εμβολιασμό τους. Ωστόσο, η συγκεκριμένη απόφαση είναι προσωρινή, καθώς το όλο θέμα θα κριθεί οριστικά από την Ολομέλεια του ΣτΕ στις 8 Οκτωβρίου, οπότε και έχει προσδιοριστεί να εκδικαστεί η αίτηση ακύρωσης που επίσης έχουν καταθέσει οι προσφεύγοντες.

ΕΔΔΑ: Υπερτερεί η προστασία της δημόσιας υγείας

Για το λεπτό νομικό ζήτημα της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού, όπως ορίζεται και εφαρμόζεται ήδη από τις κρατικές αρχές, έχει αποφανθεί με δεκάδες αποφάσεις του το ΕΔΔΑ. Το δικαστήριο του Στρασβούργου ερμηνεύει το όλο ζήτημα ξεκινώντας από την εξής νομική αφετηρία που έχει διαμορφώσει μέσα από άλλες παλαιότερες αποφάσεις του. Ο υποχρεωτικός εμβολιασμός, ως ακούσια ιατρική πράξη, συνιστά παρέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής. Από το σημείο αυτό και μετά, όμως, οι δικαστές του ΕΔΔΑ εξετάζουν εάν το μέτρο του υποχρεωτικού εμβολιασμού εν μέσω της πανδημίας του κορωνοϊού, το οποίο ακολουθούν στο σύνολό τους οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, συνιστά ή όχι παραβίαση του παραπάνω δικαιώματος των πολιτών.
Διερευνούν επίσης εάν ο σκοπός της νομοθεσίας και των μέτρων που λαμβάνουν τα κράτη σε θέματα δημόσιας υγείας αντιστοιχούν πράγματι σε μία επιτακτική κοινωνική ανάγκη, όπως η προστασία της δημόσιας υγείας. Υπό εξέταση τίθεται και το ερώτημα για το εάν τα κράτη με τις αποφάσεις τους για υποχρεωτικό εμβολιασμό εφαρμόζουν ή όχι την αρχή της αναλογικότητας και αν έχουν εξασφαλίσει τα ένδικα μέσα για να υπερασπίσει τα δικαιώματά του ο πολίτης που θεωρεί ότι θίγεται από την εφαρμογή του μέτρου.

Ετσι, όπως αναφέρει ο κ. Χειρδάρης, «το ζήτημα της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού τίθεται σε μία διαφορετική βάση – και συγκεκριμένα στη βάση των συνεπειών μίας ενδεχόμενης άρνησης εμβολιασμού». Εν ολίγοις, το δικαστήριο του Στρασβούργου, αλλά και τα δικαστήρια της κάθε χώρας, καλούνται να σταθμίσουν ποιο είναι τελικά το αγαθό που υπερισχύει: η προστασία της δημόσιας υγείας ή το δικαίωμα ενός πολίτη να μην εμβολιαστεί θεωρώντας ο ίδιος ότι θίγεται από την εφαρμογή του μέτρου. Εξετάζοντας όλα τα παραπάνω ερωτήματα, το ΕΔΔΑ έχει ήδη χαράξει τη νομολογία του από το 2003 για τέτοιου είδους ζητήματα.

Σύμφωνα με απόφαση που εξέδωσε έπειτα από προσφυγή Ουκρανού πολίτη κατά της χώρας του (Solomakhin κατά Ουκρανίας, αρ. προσφ. 24429/03), το δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή δεν παραβιάζεται από τον υποχρεωτικό εμβολιασμό όταν το μέτρο αυτό βασίζεται στην ανάγκη προστασίας της δημόσιας υγείας, έχει ληφθεί για την καταπολέμηση πανδημίας και παράλληλα έχει διασφαλιστεί, μέσω επιστημονικών ερευνών, ότι δεν θα βλάψει όσους εμβολιάζονται.

Η πιο πρόσφατη απόφαση όμως για το θέμα των εμβολιασμών εκδόθηκε από το Στρασβούργο τον περασμένο Απρίλιο (Vavika κ.α. κατά Τσεχικής Δημοκρατίας, αριθ. προσφ. 47621/13, κ.ά). Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι η υποχρεωτικότητα του παιδικού εμβολιασμού δεν παραβιάζει το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής. Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η κυβέρνηση της Τσεχίας επιβάλλοντας έμμεσα υποχρεωτικό εμβολιασμό, δηλαδή με τη θέσπιση κυρώσεων σε πολίτες που τον αρνούνται, επιδίωκε «τους νόμιμους στόχους της προστασίας της υγείας καθώς και των δικαιωμάτων τρίτων». Και αυτό διότι ο εμβολιασμός προστατεύει τόσο τους ίδιους τους πολίτες που εμβολιάζονται όσο και αυτούς που δεν μπορούν να εμβολιαστούν για ιατρικούς λόγους και συνεπώς βασίζονται στην ανοσία της αγέλης για την προστασία τους από σοβαρές μεταδοτικές ασθένειες.

Σύμφωνα εξάλλου με άλλη απόφαση (Boffa κ.ά. κατά Σαν Μαρίνο, αρ. Προσφ. 302/02), οι υποχρεωτικοί εμβολιασμοί εφόσον δεν δημιουργούν πραγματικό ιατρικό κίνδυνο για την υγεία του ασθενούς δεν παραβιάζουν το δικαίωμα στη ζωή (άρθρο 2 της ΕΣΔΑ). Ακόμη, με άλλη απόφασή του, που εκδόθηκε επί προσφυγής Μαρτύρων του Ιεχωβά κατά της Ρωσίας, το Στρασβούργο έκρινε ότι το δικαίωμα της προστασίας της δημόσιας υγείας υπερισχύει του δικαιώματος της ελευθερίας της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας (άρθρο 9 της ΕΣΔΑ), αλλά και του δικαιώματος του ασθενούς σε αυτοδιάθεση για τη ζωή του. Από τη μεγάλη γκάμα των αποφάσεων που έχει εκδώσει το ΕΔΔΑ ξεχωρίζουν δύο ακόμη περιπτώσεις. Η πρώτη αφορά σε προσφυγή κρατουμένου ο οποίος στράφηκε κατά της Μάλτας επειδή τοποθετήθηκε σε ίδιο κελί με άτομα που βρίσκονταν σε καραντίνα λόγω COVID-19. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο προσφεύγων υπέστη εξευτελιστική μεταχείριση (παραβίαση άρθρου 3 ΕΣΔΑ) και του επιδίκασε ποσό 25.000 ευρώ για ηθική βλάβη. Η δεύτερη υπόθεση αφορά σε προσφυγή πολίτη της Ρουμανίας για το lockdown που επιβλήθηκε στη χώρα του πριν από περίπου ένα χρόνο, όπως ακριβώς έγινε και στην Ελλάδα, στο πλαίσιο των μέτρων για την πρόληψη της μετάδοσης κορωνοϊού. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι το μέτρο αυτό δεν συνιστά κατ’ οίκον περιορισμό, ούτε στέρηση της ελευθερίας και απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή.

«Οχι» σε φυσικό εξαναγκασμό

«Το ζήτημα αν ο εμβολιασμός θα είναι υποχρεωτικός για όλα τα μέλη της κοινωνίας ή μόνο για συγκεκριμένες ομάδες ατόμων ή θα είναι απολύτως προαιρετικός ανήκει αρχικά στη διακριτική ευχέρεια του εθνικού νομοθέτη, ο οποίος καλείται να λάβει μέτρα για την προστασία τόσο της ατομικής όσο και της δημόσιας υγείας», επισημαίνει ο κ. Χειρδάρης στην εισήγησή του προς την Επιτροπή του ΔΣΑ. Σημειώνει ωστόσο ότι η ανάγκη αυτή «θα πρέπει να σταθμίζεται με το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού των ατόμων που καλούνται να εμβολιαστούν». Είναι, δε, αυτονόητο ότι ο εμβολιασμός αποτελεί ιατρική πράξη και γι’ αυτήν απαιτείται, όπως και για κάθε άλλη επέμβαση στο σώμα ενός ατόμου, η προηγούμενη συναίνεση και ενημέρωσή του, όπως ορίζεται σε πλειάδα διατάξεων της ΕΣΔΑ, του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. κ.ά. Σε εθνικό επίπεδο, το άρθρο 2 του Συντάγματος προβλέπει ότι «ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας».

Οπως επισημαίνει ο κ. Χειρδάρης, από το πλέγμα των διατάξεων αυτών προκύπτει «ότι δεν είναι συνταγματικώς ανεκτή και δεν προσιδιάζει με τη φύση των παραπάνω αναγνωρισμένων διεθνώς και σε εθνικό επίπεδο δικαιωμάτων η υποχρεωτικότητα εμβολιασμού διά φυσικού εξαναγκασμού». Δύσκολα, ωστόσο, θα συναντούσε κανείς τουλάχιστον σε κράτος-μέλος της Ε.Ε. εμβολιασμούς διά φυσικού εξαναγκασμού, υπό την έννοια για παράδειγμα ότι θα επιβαλόταν σε πολίτη εμβολιασμός από ένα τρίτο πρόσωπο που θα υπερτερούσε σωματικά. Ωστόσο, η διεθνής νομοθεσία και νομολογία οφείλει και πρέπει να προβλέψει ακόμη και ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Πόσο εφικτή είναι η απόλυση;

Στη χώρα μας το ζήτημα του υποχρεωτικού εμβολιασμού, εν όψει και της τρέχουσας πανδημίας του COVID-19, προβλέπεται από τον Ν. 4675/2020. Βάσει αυτού, σύμφωνα με τον κ. Χειρδάρη, είναι δυνατόν να προβλεφθεί -όπως ήδη έχει γίνει με τροπολογία που ψηφίστηκε στη Βουλή- υποχρεωτικός εμβολιασμός συγκεκριμένων κατηγοριών προσώπων, καθώς το άρθρο 4 του νόμου ορίζει: «Σε περιπτώσεις εμφάνισης κινδύνου διάδοσης μεταδοτικού νοσήματος που ενδέχεται να έχει σοβαρές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία μπορεί να επιβάλλεται, με απόφαση του υπουργού Υγείας μετά από γνώμη της ΕΕΔΥ (Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων Δημόσιας Υγείας), υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού με σκοπό την αποτροπή της διάδοσης της νόσου. Με την ανωτέρω απόφαση ορίζονται η ομάδα του πληθυσμού ως προς την οποία καθίσταται υποχρεωτικός o εμβολιασμός με καθορισμένο εμβόλιο, η τυχόν καθορισμένη περιοχή υπαγωγής στην υποχρεωτικότητα, το χρονικό διάστημα ισχύος της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού, το οποίο πρέπει πάντοτε να αποφασίζεται ως έκτακτο και προσωρινό μέτρο προστασίας της δημόσιας υγείας για συγκεκριμένη ομάδα του πληθυσμού, η ρύθμιση της διαδικασίας του εμβολιασμού και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια».

Σύμφωνα εξάλλου με την ομόφωνη άποψη των μελών του Εργαστηρίου Μελέτης Ιατρικού Δικαίου και Βιοηθικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, «κατά τον παρόντα χρόνο και όσο διαρκεί η πανδημία του COVID-19, το υπουργείο Υγείας μπορεί να ορίσει ως υποχρεωτικό τον εμβολιασμό όλων των γιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού, καθώς και όλων όσοι στελεχώνουν δομές υγείας (δημόσιου και ιδιωτικού τομέα) ή δομές περίθαλψης ευπαθών ομάδων (ηλικιωμένων, ατόμων με χρόνιες παθήσεις ή ατόμων με ειδικές ανάγκες), ορίζοντας ταυτόχρονα ως άμεση συνέπεια της άρνησης εμβολιασμού τους την απομάκρυνσή τους από τον χώρο της εργασίας τους χωρίς καμία οικονομική απαίτηση».

Οι συγκεκριμένες προβλέψεις, που ήδη βρίσκουν εφαρμογή και στη χώρα μας, «έχουν τεθεί για τον σκοπό της προστασίας της δημόσιας υγείας, της ανάπτυξης ανοσίας της αγέλης και ως αντίβαρο στη μεγάλη πίεση που ασκείται στο σύστημα υγείας της χώρας μας» και «εφάπτονται στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος που θεμελιώνουν καθήκον κοινωνικής αλληλεγγύης».

Λόγω δε της επικινδυνότητας και του μεγάλου βαθμού θνησιμότητας από τη μετάδοση του κορωνοϊού, το μέτρο του εμβολιασμού τίθεται αφενός για την προστασία της υγείας του καθενός, αφετέρου και συνολικά για την προστασία της δημόσιας υγείας. «Ωστόσο, η διαδικασία ενός τέτοιου εμβολιασμού δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να συνεπάγεται φυσικό εξαναγκασμό του πολίτη για εμβολιασμό. Η επιβολή εμβολιασμού παρά τη θέλησή του θα ήταν αντισυνταγματική και αντίκειται στις διεθνείς δεσμεύσεις. Παρ’ όλα αυτά θα ήταν δυνατό η υποχρέωση εμβολιασμού να επιβάλλεται έμμεσα μέσω της επιβολής κυρώσεων», επισημαίνει στην εισήγησή του ο γνωστός ποινικολόγος, αναφερόμενος στη συνέχεια στις προβλεπόμενες κυρώσεις που μπορεί να υποστεί ένας πολίτης εφόσον αρνείται να εμβολιαστεί. Οι κυρώσεις αυτές «θα πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις της αρχής της αναλογικότητας σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, δηλαδή να μην είναι ακραίες, υπερβολικά επαχθείς ή σκληρές», αναφέρει ο κ. Χειρδάρης, για να συμπληρώσει:

«Επίσης, η υποχρέωση αυτή δεν θα πρέπει να έχει γενικευμένο περιεχόμενο και θα πρέπει σαφώς να ορίζονται οι ομάδες ατόμων που είναι ανάγκη να υποβληθούν σε υποχρεωτικό εμβολιασμό και να αιτιολογούνται επαρκώς οι ειδικότεροι λόγοι επιβολής του μέτρου και οι συνεπαγόμενες κυρώσεις». Ο ίδιος εκτιμά, πάντως, ότι «η υφισταμένη πρόσφατη νομοθεσία κινείται στο πλαίσιο της αρχής της αναλογικότητας».

Τι θα γίνει σε Δημόσιο-επιχειρήσεις

Υπό τα δεδομένα αυτά ο έμπειρος ποινικολόγος, ο οποίος έχει χειριστεί δεκάδες αποφάσεις ενώπιον του δικαστηρίου του Στρασβούργου και είναι γνώστης της νομολογίας του ΕΔΔΑ, αναφέρει ότι στο πλαίσιο του υποχρεωτικού εμβολιασμού στη χώρα μας θα είναι συνταγματικά επιτρεπτή και σύμφωνη με τις διεθνείς συμβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων:

«- Η τυχόν απομάκρυνση υγειονομικών που αρνούνται να εμβολιαστούν από την εργασία τους για συγκεκριμένο απολύτως αναγκαίο χρόνο λόγω της ιδιότητάς τους και της άμεσης και καθημερινής επαφής τους με ασθενείς, οι οποίοι είναι ευάλωτοι και δεν μπορούν να προστατευτούν διαφορετικά.

– Η παράλειψη πρόσληψης ιδιωτών σε ιδιωτικές επιχειρήσεις στο πλαίσιο της ελεύθερης ιδιωτικής πρωτοβουλίας ή και η προσωρινή απομάκρυνση υπαλλήλων ή εργαζομένων από τον χώρο εργασίας για συγκεκριμένο απολύτως αναγκαίο χρόνο, λαμβανομένης υπ’ όψιν της υποχρέωσης του εργοδότη να διασφαλίζει υγιείς συνθήκες εργασίας των εργαζομένων του».

Αντίθετα, τέλος, σύμφωνα με τον ίδιο, «διαφορετικό ζήτημα θα προέκυπτε σε περίπτωση απόλυσης ενός εργαζομένου από την εργασία του αποκλειστικά και μόνο λόγω άρνησης εμβολιασμού». Και αυτό διότι πρόκειται για «μία ιδιαίτερα επαχθή, σοβαρότατη και ακραία κύρωση και θα παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας», κύρωση η οποία «δεν είναι συνταγματικά επιτρεπτή, ούτε συνάδει με τα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ...

Η ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη περιήγηση σας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτήν τη σελίδα αποδέχεστε τα Cookies. Αποδοχή Περισσότερα