Κατακόρυφη αύξηση του το άγχος και η κατάθλιψη στους γιατρούς σε τρεις ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίοι δεν απειλούνται μόνο όσον αφορά τη σωματική τους υγεία εξαιτίας της επαφής τους με ασθενείς COVID-19, αλλά σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό PLoS ONE, υπέφεραν από υψηλό ψυχολογικό στρες τόσο κατά το πρώτο κύμα της ασθένειας, όσο και μετά το τέλος του δευτέρου κύματος, στο οποίο η κατάσταση δεν φαίνεται να βελτιώθηκε σημαντικά.

Ερευνητές στο Πανεπιστήμιο του Εξετερ, ρώτησαν γιατρούς από την Ιταλία, την Καταλονία της Ισπανίας και το Ηνωμένο Βασίλειο σχετικά με την ψυχική τους υγεία τον Ιούνιο του 2020 και τον Δεκέμβριο του 2020, μεταδίδει η ΕΡΤ.

Τα υψηλότερα επίπεδα στρες
Το μεγαλύτερο ψυχολογικό στρες εντοπίστηκε μεταξύ των γιατρών στην Ιταλία. Εκεί στο πρώτο κύμα, το 24,6% των ιατρών υπέφερε από άγχος και το 20,1% από κατάθλιψη. Μετά το δεύτερο κύμα, το ποσοστό διαμορφώθηκε υψηλότερα στο 28,2% και στο 21,7% αντίστοιχα.

Στην Καταλονία της Ισπανίας, η επίπτωση του άγχους μειώθηκε από 15,9% σε 14,0% και της κατάθλιψης από 17,4% σε 15,9% στα δυο κύματα της πανδημίας, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο, το άγχος αυξήθηκε από 11,7% σε 17,9% και η κατάθλιψη από 13,7% σε 20,0% αντίστοιχα.

Η άνοδος του στρες των γιατρών στην Ιταλία αποδίδεται κυρίως στην έλλειψη προστατευτικού εξοπλισμού, την οποία δήλωσε το 50,1% των γιατρών στην έρευνα του πρώτου κύματος, έναντι 25,8% στην Καταλονία και 16,1% στην Αγγλία. Ο αριθμός των γιατρών που ένιωθαν ευάλωτοι και εκτεθειμένοι ήταν επίσης υψηλότερος στην Ιταλία με 46,9% έναντι 24,4% στην Καταλονία και 22,6% στη Μεγάλη Βρετανία.

Οι λόγοι του άγχους και της κατάθλιψης
Σχεδόν κάθε τρίτος γιατρός 31,4% στην Ιταλία, 22,9% στην Καταλονία της Ισπανίας και το 43,2% στο Ηνωμένο Βασίλειο βίωσε το θάνατο ενός υπαλλήλου ή ασθενή.

Στο δεύτερο κύμα υπήρχε λιγότερη έλλειψη προστατευτικού εξοπλισμού, αλλά η έκθεση σε ασθενείς και οι θάνατοι του προσωπικού ήταν υψηλότερη.

Υπενθυμίζεται πως η πανδημία διέκοψε την ιατρική ρουτίνα και εισήγαγε νέους στρεσογόνους παράγοντες. Οποιαδήποτε επαφή με ασθενή της COVID-19 συσχετίστηκε άμεσα με τον πιθανό κίνδυνο μόλυνσης μιας σοβαρής νόσου ή και τον θάνατο, έναν κίνδυνο από τον οποίο δεν εξαιρέθηκαν ούτε και οι επαγγελματίες του ιατρικού τομέα.

Μάλιστα οι φόβοι ήταν ιδιαίτερα αυξημένοι κατά το πρώτο κύμα της πανδημίας, καθώς τότε δεν μπορούσε να εκτιμηθεί ο κίνδυνος μόλυνσης και υπήρχε έλλειψη προστατευτικού εξοπλισμού σε πολλά σημεία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ...

Η ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη περιήγηση σας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτήν τη σελίδα αποδέχεστε τα Cookies. Αποδοχή Περισσότερα