JP Morgan: Θετικές για την Ελλάδα οι προτάσεις για το Σύμφωνο Σταθερότητας

από Philippos

Αν και το ντιμπέιτ σχετικά με τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες θα είναι μακρύ και δύσκολο και ίσως να χρειαστεί μάλιστα να «παγώσουν» για μια ακόμη χρονιά και να μην επανεισαχθούν το 2024, η JP Morgan εκτιμά πως οι πρόσφατες προτάσεις της Κομισιόν για το νέο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, ειδικά για τις χώρες όπως η Ελλάδα, για την οποία εκτιμά πως ο μακροπρόθεσμος στόχος για το χρέος θα τεθεί στο 90% και όχι στο 60%. Η αμερικάνικη τράπεζα, πάντως, εντοπίζει και αρκετά «αγκάθια» στις προτάσεις αυτές, τα οποία πρέπει να διευκρινιστούν.

Σημειώνεται πως η Κομισιόν πρότεινε τη διατήρηση των στόχων του ελλείμματος του 3% και του χρέους στο 60% ΑΕΠ, αλλά εισήγαγε μεγαλύτερη ευελιξία και περισσότερες προσαρμογές ανάλογα με την «ειδική κατάσταση» κάθε χώρας. Οι χώρες της ΕΕ θα πρέπει να παρουσιάσουν τετραετή σχέδια για τον τρόπο μείωσης του χρέους, ενώ μπορεί να δοθεί παράταση τριών ετών εάν ζητηθεί. Ο κανόνας του 1/20 καταργείται, ενώ θα πρέπει υπάρξει μια σαφής εστίαση στις κρατικές δαπάνες ως δείκτη δημοσιονομικής πολιτικής και διασφάλισης της πτωτικής πορείας του χρέους.

‘Όπως επισημαίνει η JP Morgan, η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής φαίνεται ασφαλώς ως ένα λογικό βήμα προς ένα πιο σταδιακό και πιο φιλικό προς την ανάπτυξη σύνολο δημοσιονομικών κανόνων, και αυτό παρέχει καλό λόγο να μην υπάρξουν ανησυχίες για τις αρνητικές επιπτώσεις από την αδικαιολόγητη αυστηροποίηση της δημοσιονομικής πολιτικής τα επόμενα 4-5 χρόνια. Ομοίως, η έμφαση στη δυσλειτουργικότητα του κανόνα του χρέους που ίσχυε έως σήμερα υποδηλώνει ότι η Κομισιόν γνωρίζει ότι το όριο χρέους του 60% δεν αποτελεί πλέον εύλογο λειτουργικό σημείο αναφοράς στα τρέχοντα επίπεδα χρέους, παρ’ όλο που δεν μπορεί να εξαλειφθεί.

Το βασικό ερώτημα που θέτει η JP Morgan σχετικά με το νέο πλαίσιο που προτείνει η Επιτροπή είναι πώς ακριβώς θα αντιμετωπιστεί το όριο του 60% για το χρέος. Κατά την άποψή της, το νέο πλαίσιο μπορεί να ικανοποιήσει τους δεδηλωμένους στόχους του μόνο εάν το όριο του 60% αποτελεί ένα μακροπρόθεσμο θεωρητικό σημείο αναφοράς, αλλά να μη χρησιμοποιηθεί ως βάση για τις παραμέτρους κάθε χώρας. Εάν ολόκληρη η νέα δημοσιονομική συνθήκη εξακολουθούσε να εξαρτάται από έναν στόχο χρέους της τάξης του 60%, ακόμη και σε μεγαλύτερο ορίζοντα (π.χ. 30 χρόνια αντί για 20), οι νέοι κανόνες θα επέτρεπαν μόνο μια λιγότερο εμπροσθοβαρή βραχυπρόθεσμη δημοσιονομική προσαρμογή, αλλά θα εξακολουθούσαν να απαιτούν δραματική αυστηροποίηση της δημοσιονομικής πολιτικής μακροπρόθεσμα.

«Συνεπώς, η αίσθησή μας είναι ότι η Κομισιόν έχει κατά νου ειδικά επίπεδα χρέους για κάθε χώρα, με μακροπρόθεσμους στόχους πιθανώς γύρω στο 90% του ΑΕΠ σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως η Ελλάδα, και όχι στο 60%», σημειώνει η JP Morgan, προσθέτοντας πως αυτό θα ήταν και λογικό.

Είναι επίσης απορίας άξιον, όπως προσθέτει, πώς ακριβώς θα λειτουργήσει στην πράξη ένα τέτοιο πλαίσιο όσον αφορά την εφαρμογή και τις κυρώσεις. Οποιοσδήποτε εξοικειωμένος με την ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους, το DSA, γνωρίζει καλά ότι ακόμη και οι κανονικές διακυμάνσεις του οικονομικού κύκλου προκαλούν σημαντικές αποκλίσεις των βασικών μακροοικονομικών και δημοσιονομικών μεταβλητών σε σχέση με την προβλεπόμενη διαδρομή, ειδικά σε ορίζοντες πέραν των 2 ετών. Παρά τις προσπάθειες της Κομισιόν, δεν θα είναι εύκολο να σχεδιαστεί ένα συνεπές πλαίσιο που να είναι ανθεκτικό σε τυπικά σφάλματα πρόβλεψης, όπως εκτιμά η JPM.

Επιπλέον, σε επίπεδο χώρας, ένας ορίζοντας 4-7 ετών «καλύπτει» τη θητεία τουλάχιστον δύο κυβερνήσεων στις περισσότερες περιπτώσεις (ακόμη και εξαιρουμένων των ακραίων περιπτώσεων πολιτικής αστάθειας, όπως η Ιταλία). Αυτό απαιτεί ισχυρή αίσθηση ιδιοκτησίας του σχεδίου προσαρμογής. Αν και μπορεί να λειτουργήσει εντός της λογικής του Ταμείου Ανάκαμψης -δηλαδή χρηματοδοτική στήριξη με αντάλλαγμα τις προϋποθέσεις-, είναι συζητήσιμο εάν μπορεί να λειτουργήσει σε ένα σύστημα με ασθενέστερα, εάν υπάρχουν, θετικά κίνητρα. Η λειτουργία του Ταμείου Ανάκαμψης είναι χρονικά περιορισμένη, το Σύμφωνο Σταθερότητας, ωστόσο, θα ισχύει για «πάντα». Γενικότερα, όπως καταλήγει η JPM, το νέο πλαίσιο φαίνεται να έχει σχεδιαστεί για να περιορίζει σημαντικά τις επιλογές δημοσιονομικής πολιτικής των διαδοχικών κυβερνήσεων, δεδομένου ότι μια νέα κυβέρνηση θα αναγκαζόταν να θεσπίσει μόνο δημοσιονομικά ουδέτερες αλλαγές πολιτικής. Αυτό μπορεί να είναι δύσκολο να «χωνευτεί» σε πολλές χώρες με υψηλό χρέος, όπως επισημαίνει.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ...

Η ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη περιήγηση σας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτήν τη σελίδα αποδέχεστε τα Cookies. Αποδοχή Περισσότερα