Μια ιστορική απόφαση, που αλλάζει τα δεδομένα στην λειτουργία των Μέσων Ενημέρωσης κατά την διάρκεια απεργιακών κινητοποιήσεων, έλαβε την περασμένη εβδομάδα το Πρωτοδικείο Αθηνών.

Κατόπιν προσφυγής των δημοσιογράφων του ΣΚΑΪ,  Άρη Πορτοσάλτε, Νότη Παπαδόπουλου και Βασίλη Χιώτη, το δικαστήριο αποφάσισε:

1. Να ακυρωθούν οι ποινές, της οριστικής διαγραφής που είχε επιβληθεί στον Άρη Πορτοσάλτε και της προσωρινής διαγραφής στους Νότη Παπαδόπουλο και Βασίλη Χιώτη  που είχαν επιβληθεί  από το πειθαρχικό συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ, επειδή εργάστηκαν κατά την διάρκεια της απεργίας που είχε προκηρύξει το σωματείο τους στις 10 Ιουνίου 2021, αντιδρώντας στο νομοσχέδιο για τις εργασιακές σχέσεις.

2.Να αναγνωρίζεται στο εξής το δικαίωμα των δημοσιογράφων να ενημερώνουν την κοινή γνώμη κατά την διάρκεια απεργιακών κινητοποιήσεων και να μην επιβάλλονται ποινές σε όσους επιθυμούν να εργαστούν.

Όπως έχουν ήδη εξηγήσει οι τρεις δημοσιογράφοι με δημόσιες δηλώσεις τους, κατά την διάρκεια της συγκεκριμένης απεργίας στις 10 Ιουνίου 2021, αποφάσισαν τη μη συμμετοχή τους στην απεργία, επειδή η ΕΣΗΕΑ στις επανειλημμένες οχλήσεις τους προς το σωματείο τους, αρνήθηκε να επιτρέψει κατά την διάρκεια της απεργίας, την μετάδοση έστω ολιγόλεπτων δελτίων ειδήσεων  ή ορισμένων ενημερωτικών εκπομπών για την ενημέρωση της κοινής γνώμης για τα ζητήματα της επικαιρότητας (πανδημία, εθνικά θέματα κ.λ.π.) με αποτέλεσμα  -όπως κάθε φορά που απεργεί η ΕΣΗΕΑ- να δημιουργείται έλλειμμα ενημέρωσης.

Τέσσερις μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 2021, το πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ αποφάσισε την προσωρινή διαγραφή για έξι μήνες από τα μητρώα του Σωματείου για τον Νότη Παπαδόπουλο και για τον Βασίλη Χιώτη, ενώ για τον Άρη Πορτοσάλτε αποφασίστηκε η οριστική διαγραφή του.

Μόλις πληροφορήθηκαν την απόφαση οι τρεις δημοσιογράφοι, αποφάσισαν να προσφύγουν στο Πρωτοδικείο Αθηνών, υπογραμμίζοντας ότι δεν έχουν ως στόχο της αποδυνάμωση του συνδικαλιστικού κινήματος των δημοσιογράφων, αλλά την υπεράσπιση του δικαιώματος των δημοσιογράφων, να υπηρετούν το δημόσιο αγαθό της ενημέρωσης και σε περιόδους κινητοποιήσεων, έστω και με διαδικασίες «προσωπικού ασφαλείας».

Ταυτόχρονα επισήμαναν πως το σωματείο των δημοσιογράφων είναι πλέον το μοναδικό σωματείο στην Ελλάδα που επιβάλλει ποινές και πειθαρχικές κυρώσεις στα μέλη του που επιθυμούν να εργαστούν μη συμμετέχοντας σε απεργία, ενώ σε όλους τους άλλους κλάδους, τέτοιες διαδικασίες έχουν καταργηθεί ή έχουν απενεργοποιηθεί.

Με την υπ’ αριθμόν 3705/2022 το δικαστήριο δικαίωσε τους δημοσιογράφους κάνοντας δεκτή την προσφυγή τους κι έκρινε άκυρες της ποινές διαγραφής τους.
Η απόφαση αυτή, έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι αποκτά τον χαρακτήρα νομολογίας και υποχρεώνει την ΕΣΗΕΑ, όταν προκηρύσσει απεργιακές κινητοποιήσεις, να σέβεται και την υποχρέωση των μελών της να υπηρετούν το αγαθό της ενημέρωσης της κοινής γνώμης, προβλέποντας σχετικές διαδικασίες.

Όπως αναφέρεται στην απόφαση του δικαστηρίου, οι δημοσιογράφοι προσέφυγαν ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών και ζήτησαν την ακύρωση της διαγραφής τους από την ΕΣΗΕΑ, προτάσσοντας την ελευθερία της έκφρασης, το καθήκον ενημέρωσης, υποστηρίζοντας δε ότι η όποια προσπάθεια φίμωσης της ελευθερίας της δημοσιογραφίας, ακόμη και από το ίδιο το συνδικαλιστικό όργανο των δημοσιογράφων, είναι απαράδεκτη.

Συναφώς, ανέφεραν ότι κατ’ ενάσκηση του συνταγματικού τους δικαιώματος, επέλεξαν να μη συμμετάσχουν στην απεργία, χωρίς όμως να  παρεμπόδισαν ή παρακώλυσαν τους συναδέλφους τους από το να συμμετάσχουν στις εν λόγω απεργιακές κοινοποιήσεις.

Για τους λόγους αυτούς έκανε δεκτούς τους ισχυρισμούς και ακύρωσε τις αποφάσεις της ΕΣΗΕΑ περί διαγραφής των δημοσιογράφων Άρη Πορτοσάλτε, Νότη Παπαδόπουλου και Βασίλη Χιώτη.

Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η επιβολή της πειθαρχικής ποινής της διαγραφής από την ΕΣΗΕΑ είναι δυσανάλογη και υπερβαίνει προδήλως τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και ο σκοπός του δικαιώματος της ΕΣΗΕΑ. Και τούτο διότι οι προσφεύγοντες ουδόλως εμπόδισαν την απεργία, ουδόλως καταφέρθηκαν εναντίον των συναδέλφων του που συμμετείχαν, ενώ αντιθέτως επέδειξαν αλληλεγγύη προς αυτούς.

Παράλληλα, κρίθηκε ότι η όποια κριτική κατά της υποχρεωτικής συμμετοχής στην απεργία, ακόμη και αιχμηρή, είναι καθόλα θεμιτή στο πλαίσιο μίας δημοκρατικής κοινωνίας με πλουραλισμό απόψεων.