Δημήτρης Λιγνάδης: Κούγιας κατά Πέτσα για τις δηλώσεις στον ΑΝΤ1

από fimotro

Θύελλα αντιδράσεων έχει προκαλέσει η αποφυλάκιση του Δημήτρη Λιγνάδη, μέχρι την εκδίκαση της έφεσης του ηθοποιού και σκηνοθέτη, έναντι της καταδίκης του για δύο βιασμούς. Ο γνωστός σκηνοθέτης και ηθοποιός αποφυλακίστηκε το μεσημέρι της Πέμπτης 14/7, αφότου πλήρωσε την εγγύηση των 30.000 ευρώ που όρισε το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο.

Ο δικηγόρος του Δημήτρη Λιγνάδη, Αλέξης Κούγιας το πρωί της Δευτέρας μίλησε στην εκπομπή του ΑΝΤ1 «Καλοκαίρι μαζί» όπου ανέφερε ότι «αντί να αντιδρά ο κ. Λιγνάδης στην άδικη καταδίκη που του επέβαλε το δικαστήριο, αντιδρούν άνθρωποι που έχουν παραπληροφορηθεί».

Ωστόσο, στο θέμα αναφέρθηκε λίγο αργότερα, επίσης μιλώντας στην εκπομπή «Καλοκαίρι Μαζί» και ο Αναπληρωτής Υπουργός Εσωτερικών Στέλιος Πέτσας, επισημαίνοντας ότι «αυτό που δεν μπορεί να ανεχθεί η ελληνική κοινωνία, αυτό που δεν θέλει είναι κάποιος που έχει καταδικαστεί για βιασμό να είναι εκτός φυλακής και να είναι ελεύθερος. Τώρα, να έχουμε ένα πανό σε ένα αρχαίο θέατρο ή στον Λευκό Πύργο, αυτό δεν με βρίσκει σύμφωνο».

Οι δηλώσεις του κ. Πέτσα προκάλεσαν την αντίδραση του Αλέξη Κούγια, ο οποίος εξέδωσε ανακοίνωση και στην οποία αναφέρει:

«Δυστυχώς για άλλη μια φορά, μόνο και μόνο από νομική και προσωπική αξιοπρέπεια και με ό,τι σημαίνει η σχεδόν επί 50 χρόνια παρουσία μου στα ποινικά Δικαστήρια, έρχομαι στη δύσκολη θέση να κάνω μία έκκληση στον οιονδήποτε πολιτικό, βουλευτή, υπουργό, πρωθυπουργό, ανεξαρτήτως κόμματος, αλλά και σε όλους τους «νταραβεριτζήδες» που με μια κομματική ταυτότητα διεκδικούν την ψήφο του ελληνικού λαού στις επόμενες εκλογές, να μην χρησιμοποιούν τη Δικαιοσύνη και τις δικαστικές αποφάσεις, για να υφαρπάξουν με εντελώς τυχοδιωκτικό τρόπο την ψήφο του ελληνικού λαού, επενδύοντας στο θυμικό των αγνών Ελλήνων πολιτών, χωρίς να έχουν έστω στοιχειώδεις γνώσεις ποινικού δικαίου, της δικογραφίας και της 5μηνης διαδικασίας, με το να ασκούν κριτική στις αποφάσεις της Δικαιοσύνης, παραβαίνοντας το Σύνταγμα, στο οποίο ορκίστηκαν, και αγνοώντας την ποινική νομοθεσία και τις ανακοινώσεις της Ενώσεως Δικαστών και Εισαγγελέων επί της υποθέσεως Λιγνάδη.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΓΝΑΔΗΣ - ΑΠΟΦΥΛΑΚΙΣΗ

Σήμερα, δυστυχώς, ένας Υφυπουργός της κυβερνήσεως, όχι εκλεγμένος αλλά διορισμένος, εντελώς άσχετος με τα όσα συνέβησαν στο Δικαστήριο, με τα όσα απεδείχθησαν στο Δικαστήριο, με τα όσα επιβάλουν οι νόμοι και το Σύνταγμα, αντί να δηλώσει αναρμόδιος, σε πρωινή εκπομπή που δεν γνωρίζω γιατί τον κάλεσαν, αφού με τον τομέα της Δικαιοσύνης είναι παντελώς άσχετος, έκανε μια απαράδεκτη κριτική της δικαστικής αποφάσεως για τον Δημήτρη Λιγνάδη, αποδεικνύοντας ότι είναι επικίνδυνος στο να υπηρετεί τον ελληνικό λαό, από οιονδήποτε τομέα τον διορίζουν, αφού δεν είναι καν εκλεγμένος, γιατί το πρώτο, το οποίο έπρεπε να γνωρίζει, είναι ότι η νομοθετική εξουσία και η εκτελεστική εξουσία είναι εντελώς ανεξάρτητες από τη δικαστική εξουσία βάσει του Συντάγματος και απαγορεύεται ρητώς η εκτελεστική εξουσία, την οποίαν αυτός υπηρετεί, έστω διορισμένος όπως είναι, να παρεμβαίνει, έστω και με κριτική, στις δικαστικές αποφάσεις.

Ο κ. Πέτσας πρέπει να μάθει ότι στην Ελλάδα η Δικαιοσύνη απονέμεται από τακτικούς Δικαστές και όχι από λαϊκά δικαστήρια και επιπόλαιους πολιτικούς και ρητώς απαγορεύεται η δημόσια κριτική των δικαστικών αποφάσεων, ειδικά από τους πολιτικούς, οι οποίοι στην καλύτερη περίπτωση για αυτούς, υπηρετούν τη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία και ποτέ δεν παρεμβαίνουν στην ανεξάρτητη Δικαιοσύνη.»

Γιάννης Βλάχος: Τα ψέματα που ειπώθηκαν στην υπόθεση Λιγνάδη

Από την πλευρά του, με μια μακροσκελή ανακοίνωση ο δικηγόρος Γιάννης Βλάχος, συνήγορος υποστήριξης της κατηγορίας κατά του Δημήτρη Λιγνάδη θέλησε να απαντήσει στην ανακοίνωση που εξέδωσε χθες Κυριακή ο Αλέξης Κούγιας.

«Αυτός που δεν ξέρει την Αλήθεια, είναι άσχετος. Όμως αυτός που ξέρει την Αλήθεια και την διαψεύδει, είναι κάθαρμα». (Μπέρτολτ Μπρεχτ)

Στην υπόθεση Λιγνάδη «ειπώθηκαν ψέματα που ντράπηκαν και τα ίδια, μιας και δεν ντράπηκαν τα στόματα που τα έλεγαν». Σταχυολογώ μερικά μόνον από αυτά :

  1. Δήθεν το ένταλμα σύλληψης του τότε κατηγορούμενου, ήδη καταδικασμένου πρωτοδίκως για δύο εγκλήματα βιασμού σε βάρος ανηλίκων θυμάτων σε 12 χρόνια κάθειρξης,  χωρίς ελαφρυντικά, Δ.  Λιγνάδη, ήταν  παράνομο και θα ακυρωνόταν με προσφυγή. Όμως το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη, διότι δεν προβλέπεται από τον Νόμο.
  2. Δήθεν η  προσωρινή κράτηση του κατηγορούμενου ήταν παράνομη. Όμως με επανειλημμένα Βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών επικυρώθηκε και παρατάθηκε η προφυλάκισή του μέχρι το ανώτατο όριο του 18μήνου, διότι  κρίθηκε επικίνδυνος τέλεσης νέων εγκλημάτων, λόγω της μακροχρόνιας εγκληματικής δραστηριότητάς του,  καταγεγραμμένης  ήδη από έτος 1984, όταν είχε κατηγορηθεί για ασέλγεια σε βάρος 14χρονου αγοριού, σε συνδυασμό με την μεθοδική δράση του σε βάρος ευάλωτων θυμάτων. 
  3. Δήθεν οι ανακριτικές πράξεις διερεύνησης των καταγγελθέντων εγκλημάτων ήταν παράνομες και θα ακυρώνονταν από το Συμβούλιο. Όμως το παραπεμπτικό Βούλευμα επικύρωσε την απόλυτη νομιμότητα της ανακριτικής διαδικασίας.
  4. Δήθεν οι κατηγορίες ήταν αποτέλεσμα σκευωρίας εναντίον του κατηγορούμενου, που εξυφάνθηκε από δημοσιογράφους, δικηγόρους, το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών, από την κοινότητα των ΛΟΑΤΚΙ πολιτών κλπ. Η σκευωρία σε βάρος του δήθεν υλοποιήθηκε σε συνεργασία με τους επιληφθέντες εισαγγελικούς λειτουργούς, τους οποίους ονομαστικώς και επανειλημμένως απροκάλυπτα απείλησε,  για να πληγεί η Κυβέρνηση, για να ματαιωθεί η επένδυση στο Ελληνικό, από επαγγελματική αντιζηλία κλπ. Όμως ουδεμία από αυτές τις πομφόλυγες αποδείχθηκε και δεν έγινε δεκτή από το  Δικαστήριο.
  5. Δήθεν τα θύματα και οι μάρτυρες κατηγορίας ήταν αναξιόπιστοι, ως  δήθεν επαγγελματίες ομοφυλόφιλοι, διεθνείς απατεώνες, ψυχικά ασταθή και ηθικά ανυπόληπτα πρόσωπα. Όμως το γεγονός της διπλής καταδίκης αποδεικνύει, ότι τα θύματα κρίθηκαν ως αξιόπιστα. 
  6. Δήθεν  οι τακτικοί δικαστές του Μ.Ο.Δ. ψήφισαν όλοι υπέρ της αθώωσης του Λιγνάδη. Όμως μόνον δύο εξ αυτών, η Πρόεδρος και η νεοτέρα των τακτικών Συνέδρων, ψήφισαν αθωωτικά και υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής του.
  7. Δήθεν η απόφαση είναι ουσιαστικά και νομικά απαλλακτική για τον Λιγνάδη. Όμως ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος τέλεσης δύο εγκλημάτων βιασμού σε βάρος ανηλίκων θυμάτων και καταδικάσθηκε σε δωδεκαετή κάθειρξη χωρίς ελαφρυντικά. Οι περί του αντιθέτου αναληθείς ισχυρισμοί αποδεικνύουν την απόλυτη ασέβεια του κατηγορουμένου προς την ετυμηγορία της Δικαιοσύνης.
  8. Δήθεν οφείλεται η καταδίκη Λιγνάδη στην παραπλάνηση τριών ενόρκων ,που παρασύρθηκαν σε μία αμφιλεγόμενη δικαστική απόφαση, η οποία, κατά τον κατηγορούμενο, θα καταρρεύσει παμψηφεί στο Εφετείο. Όμως, αν η ψήφος συνείδησης των Δικαστών σε βάρος του κατηγορουμένου οφείλεται σε δήθεν παραπλάνησή τους, υφίστανται εντονότατοι λόγοι ανησυχίας για την ποιότητα της απονομής δικαιοσύνης, δεδομένης της εκπεφρασμένης βεβαιότητάς του για το αποτέλεσμα της εφετειακής δίκης. 
  9. Δήθεν υποστηρίχθηκε εκ μέρους μου σε συνέντευξη στην δημοσιογράφο Ναταλί Χατζηαντωνίου, ότι η τυχόν προσβολή με έφεση του αθωωτικού σκέλους της καταδικαστικής απόφασης από την Εισαγγελική Αρχή θα οδηγήσει τον κατηγορούμενο πίσω στην φυλακή. Όμως ουδέποτε δόθηκε συνέντευξή μου στην συγκεκριμένη ή σε οποιονδήποτε άλλο δημοσιογράφο και ουδέποτε εξέφρασα την άποψη αυτή. Ο λόγος διασποράς ενός ακόμη ψεύδους εντάσσεται στην ήδη στο δικαστήριο εκδηλωθείσα επιλογή του κατηγορουμένου, να εμπλέκει και να απειλεί δημοσίως και ονομαστικώς εισαγγελικούς λειτουργούς. 
  10. Δήθεν η απελευθέρωση του κατηγορούμενου ήταν υποχρεωτική για το Δικαστήριο, λόγω του Νόμου Παρασκευόπουλου, που δήθεν ψήφισε ο ΣΥΡΙΖΑ. Όμως το άρθρο 497 παρ. 8 του Κ.Π.Δ., κατ` εσφαλμένη, καθ` ημάς, εφαρμογή του οποίου ανεστάλη η εκτέλεση της ποινής,  ισχύει αμετάτρεπτο ήδη από το έτος 2010. Έγινε συνειδητή παραπλάνηση της κοινής γνώμης, για να χρεωθεί την απογοήτευση της κοινωνίας το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Η διαδικασία στο ακροατήριο δεν τίμησε το ισχύον εθνικό και διεθνές νομικό πλαίσιο προστασίας των θυμάτων έμφυλης βίας. Ο εξευτελισμός και η τρομοκράτηση θυμάτων και μαρτύρων όφειλε να έχει αποφευχθεί.  Όμως η Δικαιοσύνη, τελικώς,  ήταν εκεί. Είδε, άκουσε, έκρινε και καταδίκασε πρωτοδίκως τον κατηγορούμενο ως βιαστή ανηλίκων, δικαιώνοντας  τα θύματα για την εμπιστοσύνη που της επέδειξαν κι ενθαρρύνοντας μελλοντικά θύματα να καταγγέλλουν τους κακοποιητές τους, όποιοι κι αν είναι, όσο ψηλά στην κοινωνική ιεραρχία κι αν βρίσκονται. Το σώμα μας είναι το απόλυτο κι αδιαπραγμάτευτο όριο κάθε εξουσίας. Υπερνικάμε τον φόβο, ξεπερνάμε την ντροπή, ανοίγουμε το στόμα και καταγγέλλουμε. Κανείς δεν είναι μόνος του.»

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ...

Η ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη περιήγηση σας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτήν τη σελίδα αποδέχεστε τα Cookies. Αποδοχή Περισσότερα