Δικαίωση μετά από 88 χρόνια για τους έξι εκτελεσθέντες

από fimotro

Οι αποφάσεις του Α­ρείου Πάγου, η υπ’ αριθμ. 1533/2009 και η υπ’ αριθμ. 1675/2010, αποτελούν ιστορικές αποφάσεις και δικαιώνουν την αποστολή της Ελληνικής Δικαιοσύνης ως ανεξάρτητης και αδιάβλητης Αρχής. Και τούτο όχι μόνον διότι δικαιώνουν τους έξι άδικα εκτελεσθέντες, αλλά και διότι αποστέλλουν μηνύματα σε πολλούς άλλους φορείς και εξουσίες, με στόχο να πράξουν όλοι το καθήκον τους, διότι αργά ή γρήγορα η Δικαιοσύνη θα παρέμβαινε και θα απέδιδε το δίκαιο σε κείνον που του ανήκε.

Eτσι, στη δίκη των έξι παρενέβη ουσιαστικά και όχι μόνον αθώωσε τους έξι, που άδικα είχαν καταδικασθεί και εκτελεσθεί, αλλά «κατακερμάτισε» και το κατηγορητήριο της εσχάτης προδοσίας, με το οποίο είχαν παραπεμφθεί εις το παράνομο Στρατοδικείο οι οκτώ κατηγορούμενοι. Και ήταν παράνομο το Στρατοδικείο, διότι είχε συγκροτηθεί κατά παράβαση του ισχύοντος Συντάγματος. Πέραν τούτου οι κατηγορούμενοι, εκτός των άλλων, είχαν παραπεμφθεί με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, διότι εκ προθέσεως υπεστήριξαν την εισβολή ξένων στρατευμάτων εις την ελληνική επικράτεια και παρέδωσαν εις τον εχθρό πόλεις, φρούρια κ.λπ. Oλες αυτές οι κατηγορίες δεν μπορούσαν να ευσταθήσουν σε κανένα Δικαστήριο και γι’ αυτό οι δύο αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου της χώρας μας ήσαν θετικές και απένειμαν πραγματική Δικαιοσύνη, έστω και μετά την πάροδο 88 ετών. Πέραν όμως του διατακτικού της απόφασης που αθώωσε τους κατηγορουμένους και ακύρωσε την παράνομη απόφαση του Στρατοδικείου, μεγάλη σημασία έχει το σκεπτικό και των δύο αποφάσεων, καθώς και η εισήγηση του Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κ. Ν. Τσάγγα.

Τα τρία αυτά κείμενα αποδεικνύουν το βάθος της μελέτης και την αντικειμενική κριτική σε κάθε σημείο και αποτελούν Νομικά και Ιστορικά μνημεία, τα οποία αξίζει να μελετήσει κάθε. πολίτης που ασχολείται με την ιστορία ή τη νομική επιστήμη. Πιστεύω ακράδαντα ότι η Δικαιοσύνη έπραξε στο ακέραιο το καθήκον της και διά των αποφάσεων αυτών έστειλε ένα σαφές μήνυμα προς την πολιτική ηγεσία του τόπου και το Κοινοβούλιο, με στόχο την υποχρέωση του πολιτικού κόσμου να αποκαταστήσει την τιμή εκείνων που άδικα καταδικάστηκαν από ένα παράνομο Στρατοδικείο, το οποίο συγκροτήθηκε από Στρατοδίκες που είχαν πάρει εντολή από την Επαναστατική Κυβέρνηση να καταδικάσουν σε θάνατο τους πέντε πολιτικούς ηγέτες και τον Αρχιστράτηγο Χατζανέστη.

Πέραν όμως από τις αποφάσεις του Αρείου Πάγου, πρόκληση για τον πολιτικό κόσμο και το Ελληνικό Κοινοβούλιο, με στόχο την αποκατάσταση των πολιτικών ηγετών, οι οποίοι καταδικάσθηκαν από παράνομο Στρατοδικείο και από εγκάθετους Στρατοδίκες, αποτελούν και οι δηλώσεις που έχουν γίνει από πολιτικούς αντιπάλους των εκτελεσθέντων και από άτομα τα οποία μετείχαν στη λήψη της απόφασης του Στρατοδικείου για την εκτέλεση των έξι.

Ετσι, ο πρώτος που αναφέρθηκε στο θέμα της πολιτικής αποκατάστασης των έξι ήταν ο τ. πρωθυπουργός Ανδρέας Μιχαλακόπουλος, ο οποίος μιλώντας στη Βουλή την 24η Μαρτίου 1924 ζήτησε από τον τότε Πρωθυπουργό Αλ. Παπαναστασίου «να προχωρήσει η Βουλή στην αναθεώρηση της δίκης των έξι». Βέβαια, το θέμα δεν ήλθε προς συζήτηση την περίοδο εκείνη, διότι μεσολάβησαν άλλα γεγονότα. Εκτός όμως του Ανδρέα Μιχαλακόπουλου και άλλοι πολιτικοί ηγέτες έχουν κάνει δηλώσεις που δείχνουν τη διάθεση για ηθική και πολιτική αποκατάσταση των αδίκως εκτελεσθέντων πολιτικών ηγετών. Με πρώτο βέβαια τον Ελ. Βενιζέλο, ο οποίος κατ’ επανάληψη είχε δηλώσει ότι τόσον ο Δημ. Γούναρης αλλά και οι άλλοι ηγέτες, οι οποίοι εξετελέσθησαν το 1922, δεν υπήρξαν ποτέ προδότες και ποτέ δεν ήθελαν την Μικρασιατική Καταστροφή.

Συγκεκριμένα, σε επιστολή που έστειλε την 3η Φεβρουαρίου 1929 ο Ελ. Βενιζέλος προς τον Παναγή Τσαλδάρη, Αρχηγό του Λαϊκού Κόμματος, μεταξύ άλλων έγγραφε τα εξής: «Δύναμαι να σας βεβαιώσω με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο, ότι ουδείς των πολιτικών Αρχηγών της Δημοκρατικής παράταξης, θεωρεί ότι οι ηγέται της πολιτικής, ήτις ηκολουθήθη μετά το 1920, διέπραξε προδοσίαν κατά της πατρίδος ή εν γνώσει οδήγησαν τον τόπο εις την Μικρασιατική Καταστροφή». Σε άλλη περίπτωση, ο ίδιος πολιτικός ηγέτης από τη θέση του Πρωθυπουργού, μιλώντας στη Βουλή την 31η Μαρτίου 1929 είπε τα εξής: «Δύναμαι να σας βεβαιώσω ότι ουδείς εξ ημών πιστεύει ότι οι τυφεκισθέντες υπήρξαν προδόται της πατρίδος… Υπό ομαλάς συνθήκας, θα απεκλείετο και να το σκεφθεί κανείς ότι το σφάλμα των εκείνο θα ήτο δυνατόν να τιμωρηθεί διά της τρομεράς ποινής του θανάτου».

Εκτός όμως από τις ομολογίες Ελ. Βενιζέλου για τα εγκληματικά λάθη της καταδίκης και της άδικης εκτέλεσης των έξι, ήλθε η σειρά και των πρωταιτίων της απόφασης για την εκτέλεση των έξι. Και αναφέρομαι στον Θεόδωρο Πάγκαλο, ο οποίος συνέταξε το κατηγορητήριο ως Πρόεδρος της Ανακριτικής Επιτροπής, καθώς και στον Νικόλαο Πλαστήρα, ο οποίος ήταν Πρόεδρος της Επαναστατικής Επιτροπής και ο οποίος κατηύθυνε τη διαδικασία μέχρι το εκτελεστικό απόσπασμα. Συγκεκριμένα, ο Θ. Πάγκαλος σε συνέντευξή του τον Ιανουάριο του 1949 παραδέχθηκε ότι «οι καταδικασθέντες δεν διέπραξαν συνειδητήν προδοσίαν, ως κατηγορήθησαν, αλλά υπήρξαν μοιραία και αναγκαία θύματα εις τον βωμό της πατρίδος κατά τας κρίσιμας εκείνας στιγμάς» (βλ. Γρ. Δαφνή η Ελλάς μεταξύ των δύο πολέμων, τόμος Α, σελ. 16).

Ο ίδιος δε ο Θ. Πάγκαλος στα απομνημονεύματά του σελ. 367 γράφει τα εξής: «Πρέπει να μάθει ο Ελληνικός λαός ότι για το Ολοκαύτωμα της Σμύρνης και το αίσχος του 1922, ότι δεν έπταισαν εκείνοι οι οποίοι επόθουν και απέβλεπαν εις το μεγαλείο και τη δόξαν της πατρίδος, αλλά εκείνοι οι οποίοι εργάσθησαν προς τη δημιουργίαν του ολέθριου διχασμού».

Βέβαια, τα σκάγια για τον εθνικό διχασμό παίρνουν και τον Ελ. Βενιζέλο, ο οποίος στη Βουλή την 17 Δεκεμβρίου 1929 είπε τα εξής: «Εγώ υπήρξα αίτιος, διότι εδιχάσθη ο Ελληνικός λαός… Εγώ καλώς ή κακώς είμαι εκείνος που προκάλεσε τον διχασμό. Και πρέπει να γνωρίζετε ότι και τώρα που είμαι στην Ελλάδα και όταν έλειπα μα­κράν αυτής, εκείνο το οποίον με απασχόλησε και με απασχολεί και αποτελεί… πόθον μου είναι να ιδώ, ότι αυτό το χάσμα εγεφυρώθη και η διαίρεσις την οποίαν η πολιτική μου προκάλεσεν διά πολλούς λόγους, τους οποίους θα εκτιμήσει η ιστορία, εξηλείφθη».

Τέλος και ο Νικόλαος Πλαστήρας, ο Αρχηγός της Επανάστασης 1922, ο οποίος κατηύθυνε το Στρατοδικείο και έδινε εντολές για την καταδίκη και την εκτέλεση των έξι, σε κάποια φάση της ζωής του είπε τα εξής: «Το πλανάσθαι ανθρώπινον, αλλά το ομολογείν την πλάνην είναι ανώτερος πολιτισμός και ευγενέστερος ανδρισμός. Ένας λαός ούτω μόνον σκεπτόμενος αποτρέπει τας εκ της πλάνης συμφοράς και ευημερεί».

Μετά από όλα τα ανωτέρω και τις συγκλονιστικές αποφάσεις του Αρείου Πάγου, πιστεύω ότι ήλθε η σειρά του Ελληνικού Κοινοβουλίου να αποκαταστήσει στη συνείδηση ολοκλήρου του Ελληνικού λαού την τιμή των αδίκως εκτελεσθέντων, πέντε μεγάλων πολιτικών ανδρών και του Αρχιστράτηγου Χατζανέστη.

Πρέπει προς αυτή την κατεύθυνση να κινηθούν ο Πρόεδρος της Βουλής και οι Αρχηγοί όλων των κομμάτων. Είναι νομίζω χρέος τιμής οι Βουλευτές του Ελληνικού Κοινοβουλίου να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων και να πράξουν το καθήκον τους έναντι των αδίκως εκτελεσθέντων παλαιών εν τη Βουλή συναδέλφων των. Η Ελληνική Δικαιοσύνη επετέλεσε το καθήκον της, μένει να δούμε αν ο πολιτικός κόσμος θα αρθεί στο ύψος των περιστάσεων να εκτελέσει το μεγάλο καθήκον για την αποκατάσταση και της τιμής των έξι που υπήρξαν θύματα άλλων συγκυριών.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ...

Η ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη περιήγηση σας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτήν τη σελίδα αποδέχεστε τα Cookies. Αποδοχή Περισσότερα