Τηλεφωνική επικοινωνία Μέι – Τραμπ μετά το «μούδιασμα» που προκάλεσαν οι δηλώσεις Τραμπ

Η πρωθυπουργός της Βρετανίας Τερέζα Μέι και ο εκλεγμένος πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ συμφώνησαν σήμερα να συνεργαστούν για τη διατήρηση της καλής διμερούς σχέσης κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της μετάβασης και να συναντηθούν με την πρώτη ευκαιρία.
Η Βρετανία θεωρεί επί μακρόν προτεραιότητα τη διατήρηση της «ειδικής σχέσης» της με τις ΗΠΑ, έναν από τους βασικούς πυλώνες της εξωτερικής της πολιτικής. Όμως έχει υπάρξει έντονη σεναριολογία όσον αφορά το πώς θα εξελιχθεί η διμερής σχέση επί των ημερών του Τραμπ, έπειτα από μια σειρά δηλώσεων και κινήσεων από μέρους του που το Λονδίνο εξέλαβε σαν ταπεινωτική αγένεια.
«Η πρωθυπουργός (Μέι) τηλεφώνησε στον εκλεγμένο πρόεδρο των ΗΠΑ το απόγευμα, στο πλαίσιο της αποκατάστασης ενός διαλόγου ανάμεσά τους», ανέφερε ανακοίνωση της Ντάουνινγκ Στριτ.
«Συζήτησαν το πώς προχωρούν τα σχέδια του εκλεγμένου προέδρου για τη μετάβαση και συμφώνησαν ότι οι ομάδες τους θα πρέπει να συνεχίσουν την οικοδόμηση μιας στενής σχέσης κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, συμπεριλαμβανομένων μιας συνάντησης των συμβούλων (αμφοτέρων) για ζητήματα Εθνικής Ασφαλείας πριν από το Χριστούγεννα», αναφέρεται στην ανακοίνωση που εξέδωσαν οι υπηρεσίες της Μέι.
Ο Τραμπ προκάλεσε κατάπληξη στο Λονδίνο την περασμένη εβδομάδα, όταν υποστήριξε ότι ο Νάιτζελ Φάρατζ –στέλεχος του αντιπολιτευόμενου Κόμματος Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου (UKIP), από τους βασικούς προπαγανδιστές του Brexit και σφοδρός επικριτής του κυβερνώντος Συντηρητικού κόμματος– πρέπει να διοριστεί πρεσβευτής της Βρετανίας στην Ουάσινγκτον.
Η κυβέρνηση της Μέι απάντησε ότι η θέση δεν είναι κενή. Αλλά η δήλωση αυτή αφ’ εαυτής, που χαρακτηρίστηκε μια δίχως προηγούμενο παραβίαση του διπλωματικού πρωτοκόλλου, προκάλεσε αμηχανία στη Ντάουνινγκ Στριτ.
Μετά την εκλογική του νίκη, ο Τραμπ συνομίλησε με άλλους εννέα ηγέτες πριν από τη Μέι, άλλο ένα στοιχείο που ενόχλησε το Λονδίνο.
Στο σημερινό τηλεφώνημα οι δύο ηγέτες συζήτησαν επίσης σχετικά με το NATO, συμφωνώντας ότι πρόκειται για έναν διεθνή οργανισμό κεφαλαιώδους σημασίας και ότι χρειάζεται όλα τα κράτη-μέλη του να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες για να επιτύχουν τον στόχο του 2% του ΑΕΠ.
Η Βρετανία δαπανά ήδη ένα ποσό που υπερκαλύπτει το ποσοστό-στόχο, όμως ο Τραμπ έχει διαμαρτυρηθεί επανειλημμένα διότι άλλα κράτη δεν επιτυγχάνουν τον στόχο, γεγονός που έχει εγείρει ανησυχίες σχετικά με τις προθέσεις του έναντι του Συμφώνου του Βόρειου Ατλαντικού.