Μεταξύ ακροδεξιάς και ακροαριστεράς

Γράφει ο Χάρης Παυλίδης

Οι Αμερικάνοι άνοιξαν εδώ και μερικές εβδομάδες την πόρτα του φρενοκομείου παραδίδοντας τα κλειδιά στον Ντόναλντ Τραμπ και σε μια παρέα φανατικών, ενώ στην Ευρώπη εδώ και μήνες έχει ξεκινήσει μια συζήτηση-που αναμένεται να κορυφωθεί τον επόμενο χρόνο- για το αν ο λαϊκισμός και ο εθνικισμός θα καταλάβει την εξουσία περνώντας απ’ την πόρτα ή απ’ το παράθυρο. Σε κάθε περίπτωση η λιτότητα την οποία η ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης επέβαλε ως προαπαιτούμενο των μεταρρυθμίσεων, οδήγησε στη σταδιακή φτωχοποίηση της μεσαίας τάξης και έστρεψε ένα μεγάλο μέρος της στα άκρα. Αρχικά στις χώρες του Νότου, με προεξάρχουσα την Ελλάδα, αλλά εσχάτως και σε χώρες της Κεντρικής και της Βόρειας Ευρώπης, όπου το τελευταίο διάστημα παρατηρείται αύξηση της ακροδεξιάς.

Στην Ελλάδα ο μεγάλος θυμός έφερε το ΣΥΡΙΖΑ στη κυβέρνηση, αλλά και ανέδειξε στο πολιτικό σκηνικό κόμματα που τα προηγούμενα χρόνια είχαν ισχνή παρουσία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Χρυσή Αυγή και η Ένωση Κεντρώων. Επιπροσθέτως δημιουργήθηκαν πολιτικοί σχηματισμοί στο χώρο της άκρας Αριστεράς καθώς και στο χώρο της λαϊκής Δεξιάς(ΑΝΕΛ). Συγχρόνως με την άνοδο των ακραίων πολιτικών δυνάμεων ξεκίνησε η συρρίκνωση του ΠΑΣΟΚ και η μείωση των ποσοστών της Νέας Δημοκρατίας, με αποκορύφωμα το πρωτοφανές για την ιστορία της κεντροδεξιάς 18,84 στις εκλογές του 2012. Σημειωτέον ότι από τη Νέα Δημοκρατία απομακρύνθηκαν μέσα σε μια εξαετία περίπου 770 χιλιάδες ψηφοφόρους. Αντιστοίχως το ΠΑΣΟΚ έχασε στο ίδιο χρονικό διάστημα 2 εκατομμύρια 670 χιλιάδες!
Οι αριθμοί αποκαλύπτουν ότι η διαχείρισης της κρίσης έπληξε τα κόμματα- πυλώνες του πολιτικού συστήματος, αλλά ουσιαστικά διέλυσε το ΠΑΣΟΚ κατακερματίζοντας τις δυνάμεις του. Η Νέα Δημοκρατία μετά το οδυνηρό 18,84% κατάφερε να ανασυνταχθεί και να κρατηθεί σε αξιοπρεπή ποσοστά σε σχέση πάντα με τις δραματικές αλλαγές που έφεραν τα μνημόνια στις επιλογές του εκλογικού σώματος. Το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεων του ΠΑΣΟΚ, το λαϊκιστικό κομμάτι του κυρίως, βρήκε αφήγημα στο ΣΥΡΙΖΑ θεωρώντας ότι ο Αλέξης Τσίπρας έχει πολλά κοινά με τον Ανδρέα. Το εναπομείναν σοσιαλδημοκρατικό- εκσυγχρονιστικό κομμάτι του, μαζί με εκείνους που έμειναν για συναισθηματικούς κυρίως λόγους, δεν φαίνεται ότι μπορεί σε συνθήκες πόλωσης να αυξήσει τα ποσοστά του. Εν προκειμένω η συζήτηση για την κεντροαριστερά, όταν σε όλη την Ευρώπη οι δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας υποχωρούν, δεν έχει πολιτικό αντίκρισμα.
Το αυταπόδεικτο, δηλαδή ότι το σημερινό ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί ως μεταρρυθμιστικός πόλος στον λαϊκισμό, παρά μόνο να συμμετάσχει στη διαμόρφωση του μαζί με τη Νέα Δημοκρατία την οποία όμως απορρίπτει, επιταχύνει τις τάσεις αποσύνθεσης που επικρατούν στο εσωτερικό του. Όσο για τους ψηφοφόρους, είναι απολύτως φυσιολογικό να επιλέξουν με κριτήριο την αποτελεσματικότητα και τον πραγματισμό, παρά την ιδεολογία. Σ’ αυτό το πλαίσιο ο ρόλος της Νέας Δημοκρατίας καθίσταται εκ των πραγμάτων καθοριστικός, υπό την προϋπόθεση ότι θα επεκταθεί προς το χώρο του κέντρου ώστε να εκφράσει μεταρρυθμιστικές και εκσυγχρονιστικές δυνάμεις και ψηφοφόρους που ανησυχούν από την άνοδο του λαϊκισμού και του εθνικισμού.
Θα αποτελούσε ολέθριο σφάλμα η διεθνής συγκυρία να οδηγήσει τη Νέα Δημοκρατία να κοιτάξει πίσω προκειμένου να ξανασυναντηθεί μ’ ένα παρελθόν στο οποίο οφείλεται η δυσπιστία μιας μεγάλης μερίδας αναποφάσιστων ψηφοφόρων. Οι ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις που δρομολογούνται, σε συνδυασμό με την αδυναμία της κεντροαριστεράς να εκφράσει το αίτημα της «πολιτικής αλλαγής», παρέχει το πλεονέκτημα στη κεντροδεξιά να ηγηθεί ενός μεγάλου πλειοψηφικού ρεύματος στη κοινωνία το οποίο θα ανακόψει τη διείσδυση της ακροαριστεράς και της ακροδεξιάς στον μεσαίο χώρο. Και αυτή την ώρα η Νέα Δημοκρατία είναι η μοναδική πολιτική δύναμη που μπορεί να αντισταθεί και να νικήσει τον ακραίο λαϊκισμό και τον εθνικισμό.

Πηγή : εδώ.