Ν. Καραμούζης : Δεν αξιοποιήσαμε τα 500 δισ. ευρώ που «έπεσαν» στη χώρα έως το 2007

Τη χαμένη ευκαιρία αξιοποίησης των χρηματοδοτικών πόρων ύψους 400 – 500 δις. ευρώ, που εισέρρευσαν στην Ελλάδα την περίοδο 1996-2007, επεσήμανε ο πρόεδρος της Eurobank Ν. Καραμούζης σε εκδήλωση της ΔΙΑΝΕΟΣΙΣ με θέμα «Χάρτης εξόδου από την κρίση: Ένα νέο παραγωγικό μοντέλο για την Ελλάδα».

Σύμφωνα με τον ίδιο, για την έξοδο της χώρας από την κρίση χρειάζεται σήμερα να ενεργοποιηθεί η Ελληνική επιχειρηματική κοινότητα σε ένα κάλεσμα ευθύνης, επενδύσεων, προφοράς και κοινωνικής αλληλεγγύης.

Ο κ. Καραμούζης τόνισε ότι τη δεκαετία 1996-2007 αρχικά χτίστηκε και μετά χάθηκε μία μεγάλη ευκαιρία.

«Στη χώρα εισέρευσαν από τις διεθνείς αγορές, από άλλες πηγές και από τους επίσημους φορείς σημαντικοί χρηματοπιστωτικοί πόροι εκτιμώ ύψους € 400-500 δισεκ. (€ 80 δισεκ. αντλήθηκαν από αυξήσεις κεφαλαίου στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, € 200 δισεκ. δανείστηκε το Ελληνικό Δημόσιο, € 73 δισεκ. οι Ελληνικές Τράπεζες, € 20 δισεκ. οι Ελληνικές επιχειρήσεις, € 20 δισεκ. οι χρηματοδοτήσεις από τους επίσημους φορείς, € 60 δισεκ. οι καθαρές εισροές από τα κοινοτικά και διαρθρωτικά ταμεία, αύξηση καταθέσεων € 100 δισεκ.)».

Επίσης, πρόσθεσε ο πρόεδρος της Eurobank, το κόστος δανεισμού του ελληνικού δημοσίου ήταν εντυπωσιακά χαμηλό, με ελάχιστη διαφορά από το κόστος δανεισμού του Γερμανικού δημοσίου (π.χ. έκδοση 30χρόνου ομολόγου με τιμολόγηση Euribor + 0,30bps).

«Οι σημαντικοί όμως χρηματοδοτικοί πόροι και το εξαιρετικά χαμηλό κόστος δανεισμού δεν αξιοποιήθηκαν για τη συνολική παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, για τη δημιουργία μιας σύγχρονης, ανταγωνιστικής οικονομίας» σημείωσε χαρακτηριστικά.

Ο κ. Καραμούζης τόνισε ότι εκεί που αναπτύσσονται σημαντικές διαφωνίες είναι στα μέσα, και το μίγμα πολιτικής, καθώς και τις προτεραιότητες.

Όπως είπε, «είναι πια αποδεκτό και τεκμηριωμένο ότι, το μίγμα οικονομικής πολιτικής που εφαρμόσθηκε ως λύση για το Ελληνικό πρόγραμμα, κυρίως με ευθύνη της Τρόικα, που ουσιαστικά το κατήρτισε, υπήρξε σε πολλές εκφάνσεις του σχεδιασμού του ατελές και βασισμένο σε εσφαλμένες υποθέσεις (π.χ. δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές) και προτεραιότητες (π.χ. καθυστέρηση ιδιωτικοποιήσεων, μεγάλες αυξήσεις φορολογικών συντελεστών και όχι μείωση δαπανών, καθυστέρηση στην απελευθέρωση της αγοράς προϊόντων και υπηρεσιών, π.χ. μηδενική μεταβολή τιμών σε σταθερούς φορολογικούς συντελεστές, ενώ το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 25%, και το κόστος εργασίας πάνω από 20%, μη ανάληψη εμπροσθοβαρών μέτρων για τη βιωσιμότητα του Δημόσιου Χρέους, κατάρρευση ιδιωτικών επενδύσεων, διαρκή αναταραχή στο χρηματοπιστωτικό τομέα με υψηλά επιτόκια και στενότητα ρευστότητας, ενώ εφαρμοζόταν πολιτική δημοσιονομικής λιτότητας)».

Αποτέλεσμα των παραπάνω, σύμφωνα με τον πρόεδρο της Eurobank, ήταν ν’ επιβαρυνθεί υπερβολικά το κοινωνικοοικονομικό κόστος προσαρμογής.

«Η χώρα έχασε το ¼ του ΑΕΠ, ενώ οι άλλες χώρες της Ευρωζώνης σε καθεστώς μνημονίου έχασαν, η Κύπρος (χειρότερη) μόνο το 10,8% του ΑΕΠ και η Πορτογαλία μόνο 7,1% του ΑΕΠ, ενώ η ανεργία προσέγγισε το 27%, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωζώνη» εξήγησε σχετικά.

Τα δικά μας λάθη

Πρόσθεσε όμως, πως πέραν του μείγματος πολιτικής «δύο μη οικονομικοί παράγοντες διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο για τη δραματική αύξηση του οικονομικού και κοινωνικού κόστους προσαρμογής και εν μέρει εξηγούν γιατί είμαστε ακόμα εδώ με μνημόνια, περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίου, υψηλά επιτόκια και ύφεση:

1. δεν αναλάβαμε ποτέ την ιδιοκτησία των προγραμμάτων προσαρμογής που υπογράψαμε αλλά ούτε και διαμορφώσαμε δική μας αξιόπιστη πρόταση εφόσον διαφωνούσαμε.

Δώσαμε την εικόνα ότι υπογράφαμε τις συμφωνίες, ενώ διαφωνούσαμε με το περιεχόμενό τους και υλοποιούσαμε νωχελικά και απρόθυμα τις δεσμεύσεις μας, αμφισβητώντας ενίοτε δημόσια τη χρησιμότητά τους.

Το ιστορικό μας στις διαπραγματεύσεις και τις αξιολογήσεις το βαρύνουν καθυστερήσεις, αναβολές και προσκόμματα στην υλοποίηση των συμφωνηθέντων και στο κλείσιμο των αξιολογήσεων, άλλοτε από ιδεολογικές εμμονές, άλλοτε για να προστατευτεί το πελατειακό κράτος, άλλοτε από άγνοια και ανικανότητα.

Αυτή η συμπεριφορά του πολιτικού συστήματος συνέβαλε στο να υπονομευθεί σταθερά η αξιοπιστία και η συνέπεια της οικονομικής πολιτικής, καθώς και η εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών στις προοπτικές και τη δέσμευση της χώρας, δημιουργήθηκαν δηλαδή σοβαρές αμφιβολίες στη θέλησή μας να βγούμε από το αδιέξοδο και την κρίση υλοποιώντας τα συμφωνηθέντα.

Αυτό τροφοδότησε σενάρια Grexit, πανικού, φόβου, μαζικής απώλειας καταθέσεων, κατάρρευση των τιμών ακινήτων και χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, επιβολή περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων και αποκλεισμό της χώρας από τις διεθνείς αγορές.

2. Είναι εξίσου αληθές, το γεγονός πως οι Ευρωπαίοι εταίροι μας, αρκετές φορές, έχοντας χάσει την εμπιστοσύνη τους στις Ελληνικές κυβερνήσεις και στη δέσμευσή τους να υλοποιήσουν με συνέπεια το πρόγραμμα, αποσταθεροποίησαν τις προσδοκίες των αγορών, χρησιμοποιώντας τον κίνδυνο του Grexit ως διαπραγματευτικό μέσο, με συνεχείς δηλώσεις τους και αθετώντας την τήρηση αποφάσεων ή υποσχέσεων, όπως εκείνη του φθινοπώρου του 2012, όπου με απόφαση του Συμβουλίου Κορυφής προβλέπονταν η βιώσιμη ρύθμιση του δημοσίου χρέους σε περίπτωση δημιουργίας πρωτογενών πλεονασμάτων.

Τα παραπάνω επιβάρυναν έτσι περαιτέρω το κοινωνικό – οικονομικό κόστος προσαρμογής και καθυστερούν ακόμα και σήμερα την έξοδο της χώρας από την κρίση γιατί αντιμετωπίζουμε μια πρόκληση εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας».

Ο κ. Καραμούζης υπογράμμισε ότι «το βασικό συμπέρασμα είναι ότι τις οικονομίες τις αποσταθεροποιεί και τα προγράμματα προσαρμογής τα υπονομεύει το έλλειμμα αξιοπιστίας, συνέπειας και εμπιστοσύνης και πρέπει η ανάκτησή τους να αποτελεί κεντρική προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής για την επίτευξη των στόχων, με μικρό οικονομικό και κοινωνικό κόστος και για την ταχύτερη επιστροφή σε σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης».

Τι μπορεί να γίνει σήμερα

Σε άλλο σημείο της ομιλίας του ο κ. Καραμούζης αναρωτήθηκε «γιατί είμαστε ακόμη εδώ, μετά από επτά χρόνια κρίσης, στο τρίτο μνημόνιο και τη δεύτερη αξιολόγηση, με την οικονομία σε στασιμότητα, ενώ κάποιοι συζητούν για τέταρτο μνημόνιο, ή για τέταρτη ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, μία συζήτηση τελείως καταστρεπτική και αποπροσανατολιστική, μία παραδοχή ήττας και αποτυχίας, ενώ θα έπρεπε να συζητάμε το πώς θα βγούμε οριστικά από τα μνημόνια το 2018 και θα επιστρέψουμε σε ισχυρή αναπτυξιακή τροχιά;»

Όπως είπε, είναι διαίτερα εντυπωσιακό το γεγονός ότι, ενώ σημειώνεται σημαντική πρόοδος στη σταθεροποίηση της οικονομίας, των προσδοκιών και στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων, με θετικές εκτιμήσεις για την πορεία της οικονομίας το 2017, δεν συζητάμε πώς θα επιταχύνουμε το μεταρρυθμιστικό έργο και πώς θα γυρίσουμε την οικονομία σε ισχυρή αναπτυξιακή τροχιά, αλλά το πώς θα αποτύχουμε, συζητάμε δηλαδή την εύκολη λύση του τέταρτου Μνημονίου. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι οι διεθνείς αγορές δεν έχουν πειστεί για την επιτυχία μας».

Ο πρόεδρος της Eurobank σημείωσε πως «για την επιτυχία των στόχων και του εγχειρήματος της οριστικής εξόδου της χώρας από την κρίση, της επιστροφής στην ανάπτυξη και της απαλλαγής της επιτροπείας των ξένων, πέραν των οικονομικών προϋποθέσεων, στόχων, σχεδίων, τεχνικών λεπτομερειών, θα πρέπει να συντρέξουν και μία σειρά από μη οικονομικούς παράγοντες, στους οποίους εγώ αποδίδω μεγάλη σημασία:

1. χρειαζόμαστε ευρύτατη πολιτική συναίνεση γύρω από μία ηγεσία με ισχυρές πεποιθήσεις και άποψη για το μέλλον, που θα πλαισιώνεται από ισχυρή τεχνοκρατική ομάδα που,
– θα πιστεύει απόλυτα ότι η χώρα έχει προοπτική,
– θα καλλιεργεί και θα προβάλλει μία νέα Εθνική αυτοπεποίθηση,
– θα καλεί όλους, εντός και εκτός Ελλάδας, σε ένα νέο πατριωτισμό ευθύνης, επενδύσεων, προσφοράς,
– θα πιστεύει στις μεταρρυθμίσεις, στις ανοικτές αγορές, στην οικονομία της αγοράς, στην επιχειρηματικότητα, στην κοινωνική προστασία με σύγχρονα μέσα,
– και θα είναι έτοιμη να συγκρουστεί με κατεστημένα και συμφέροντα που κρατούν τον τόπο δέσμιο των συμφερόντων τους για χρόνια.
Ηγεσία που θα πείθει την πλειοψηφία των πολιτών ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος ώστε να ανακτήσουμε τον έλεγχο του μέλλοντός μας, να τερματίσουμε την ξένη εξάρτηση, να αποκαταστήσουμε το κύρος και την αξιοπιστία μας.

2. Χρειαζόμαστε την κοινωνία μαζί μας, να πείσουμε τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία ότι, η οικονομία της αγοράς, οι μεταρρυθμίσεις, η ανάπτυξη, οι ανοικτές αγορές και οι επενδύσεις δημιουργούν θέσεις εργασίας, εισοδήματα και πλούτο, διευρύνουν τις δυνατότητες κοινωνικής πολιτικής, προσφέρουν ελπίδα και προοπτική σταθεροποιούν ή βελτιώνουν τις μακροοικονομικές ανισορροπίες και απομειώνουν την υπερχρέωση δημοσίου και ιδιωτών.

Χρειάζεται να διαμορφώσουμε μία ευρύτατη πολιτική και κοινωνική συμμαχία όλων των κοινωνικών στρωμάτων που έχουν να επωφεληθούν από τις μεταρρυθμίσεις και τους γρήγορους ρυθμούς ανάπτυξης, π.χ. τους ιδιωτικούς υπαλλήλους, τα στελέχη επιχειρήσεων, τους έντιμους και συνεπείς φορολογούμενους, ιδιώτες και επιχειρήσεις, τους ανέργους, τις δυναμικές ιδιωτικές επιχειρήσεις, τους έντιμους και εργατικούς δημοσίους υπαλλήλους, τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες που δημιούργησαν ανταγωνιστικές επιχειρήσεις χωρίς κρατικά δεκανίκια και προστασίες και φοροδιαφυγή.

Απέναντί τους θα βρουν τους συστηματικούς κακοπληρωτές, τους επαγγελματίες φοροφυγάδες – επιχειρήσεις και νοικοκυριά – τους ευνοημένους ιδιώτες ενός κλειστού συστήματος προμηθειών και παροχής υπηρεσιών και από το δημόσιο τομέα, τους επαγγελματικούς φορείς που έχουν διασφαλίσει προνόμια και προστασία από τον ανταγωνισμό, τους μαγαζάτορες και επιχειρηματίες που επιβιώνουν στηριζόμενοι από τη φοροδιαφυγή, τη μαύρη εργασία και τη μη αποπληρωμή των υποχρεώσεών τους. Όλους αυτούς που αντιδρούν επιτυχώς στις μεταρρυθμίσεις τα τελευταία χρόνια.

Δεν ωφελούν όλους οι μεταρρυθμίσεις και το άνοιγμα των αγορών στον ανταγωνισμό. Ωφελούν τους πολλούς, που έχουν συμφέρον να συμπράξουν σε μια κοινωνική και πολιτική συμμαχία, στο να γίνει κοινωνικά αποδεκτή η αναπτυξιακή και μεταρρυθμιστική στρατηγική. Θα πρέπει αυτή η μεταρρυθμιστική ατζέντα και η ανάπτυξη να αφορά τους πολλούς, να κατανέμει τα οφέλη, τις ευκαιρίες και το κόστος δίκαια, να μειώνει τις ανισότητες, την ανεργία και τη φτώχεια.

3. Χρειάζεται να ενεργοποιηθεί η Ελληνική επιχειρηματική κοινότητα σε ένα κάλεσμα ευθύνης, επενδύσεων, προφοράς και κοινωνικής αλληλεγγύης.

• Να δείξει πρώτη ότι εμπιστεύεται τη χώρα της για να την εμπιστευθούν και οι ξένοι επενδυτές,
• να συμμετάσχει ενεργά και με αποφασιστικότητα στη διαμόρφωση της νέας προοπτικής,
• να στηρίζει τις μεταρρυθμίσεις και το νέο αναπτυξιακό πρότυπο, επενδύοντας στο μέλλον το δικό τους και της χώρας,
• να προβάλλει στο εξωτερικό μία εικόνα Ελλάδας που έχει μέλλον και προοπτική,
• να δημιουργήσει ένα θετικό αφήγημα και να μην ανατροφοδοτεί τη μιζέρια και την απαξίωση, ότι τίποτα δεν γίνεται και τίποτα δεν λειτουργεί,
• να δείξει, όπως οφείλει, μοναδική εταιρική ευθύνη και κοινωνική αλληλεγγύη σε δύσκολες εποχές για τη χώρα.

Η Ελληνική επιχειρηματική κοινότητα πρέπει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, να αποτελέσει μέρος της λύσης και όχι του προβλήματος.

Δεν μπορούμε να παριστάνουμε πως η φτώχεια και η δυστυχία γύρω μας δεν μας αφορά.

Δεν μπορούμε να προσποιούμαστε ότι η επιτυχής υλοποίηση του νέου αναπτυξιακού μοντέλου δεν μας αφορά και ότι οι ξένοι επενδυτές θα κάνουν τη δουλειά για μας.

Στην πράξη, εμείς πρέπει να γίνουμε η αλλαγή που επιθυμούμε να δούμε στην Ελλάδα».

Ο κ. Καραμούζης κατέληξε σημειώνοντας πως «η ελληνική οικονομική ελίτ έχει ηθική υποχρέωση και ιστορικό καθήκον να ηγηθεί της μάχης για την ανάκαμψη, την ανάπτυξη και την αποκατάσταση της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας. Να ξαναγράψει και να προωθήσει επιτυχώς το ελληνικό αφήγημα στο εξωτερικό».