Μηνιγγίτιδα Β : Παιδίατροι και γονείς συμφωνούν στην αναγκαιότητα του εμβολιασμού

Νέα δεδομένα για την αποτελεσματικότητα του εμβολίου κατά της μηνιγγίτιδας Β παρουσιάζει μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet.

Ιδιαίτερα χαμηλή είναι η πρόληψη έναντι της μηνιγγίτιδας Β στη χώρα μας, παρόλο που η πλειοψηφία των παιδιάτρων και των γονέων θεωρεί ότι η νόσος είναι απειλητική και υπογραμμίζει την αναγκαιότητα της ασφαλιστικής κάλυψης του εμβολιασμού.

Το πρόσφατο περιστατικό με το 5χρονο κοριτσάκι στο Καματερό, το οποίο οι γιατροί αναγκάστηκαν να ακρωτηριάσουν, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι από τις αρχές του χρόνου έχουν καταγραφεί στην Ελλάδα 20 περίπου κρούσματα Μηνιγγιτιδοκοκκικής Νόσου τύπου Β και ότι εντός του Απριλίου 2016 έχουν καταγραφεί τρία ακόμα κρούσματα τύπου Β, που είχαν ως αποτέλεσμα δύο από τα νήπια που προσβλήθηκαν να χάσουν τη ζωή τους, καταδεικνύουν την κρισιμότητα της νόσου, που εξελίσσεται ραγδαία και μπορεί να προκαλέσει από χρόνια αναπηρία έως και θάνατο.

Ωστόσο, και παρά το πρόσφατο περιστατικό, το Υπουργείο Υγείας και η Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών εμμένουν στην άποψη ότι η εισαγωγή του εμβολίου έναντι του μηνιγγιτιδόκοκκου οροομάδας Β στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών δεν κρίνεται ακόμα σκόπιμη, γεγονός που ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων στους κόλπους γιατρών, παιδιάτρων, πολιτικών και γονέων.

Η Ένωση Ελευθεροεπαγγελματιών Παιδιάτρων Αττικής επιμένει ότι το εμβόλιο για τη μηνιγγίτιδα Β πρέπει να ενταχθεί στο εθνικό πρόγραμμα εμβολιασμών, τουλάχιστον για όλα τα βρέφη και παιδιά έως την ηλικία των 4 ετών και τις ομάδες υψηλού κινδύνου ή τουλάχιστον για τον πρώτο χρόνο ζωής όπου παρουσιάζονται τα υψηλότερα ποσοστά νόσησης, έστω και με μερική αποζημίωση του, προκειμένου να διασφαλιστεί η ανοσοποίηση που ανακόπτει τη διασπορά της ασθένειας.

Τα πρώτα επιστημονικά δεδομένα κλινικής πράξης από την εισαγωγή του εμβολίου στο Ηνωμένο Βασίλειο

Tα νέα επιστημονικά δεδομένα κλινικής πράξης που δημοσιεύονται στο έγκυρο επιστημονικό περιοδικό «The Lancet», αναφέρουν ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο, την πρώτη χώρα που εισήγαγε το εμβόλιο κατά της μηνιγγιτιδοκοκκικής νόσου τύπου Β στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών της, επιβεβαιώνουν την υψηλή αποτελεσματικότητα εμβολίου.

Τα προκαταρκτικά δεδομένα, κατέδειξαν ότι από τους πρώτους δέκα μήνες εφαρμογής του εμβολιασμού η εκτιμώμενη αποτελεσματικότητα του εμβολίου είναι 82,9% έναντι οποιουδήποτε στελέχους της μηνιγγίτιδας Β και 94,2% κατά των στελεχών που μπορούν να προληφθούν μέσω του εμβολιασμού, για όλα τα παιδιά που έλαβαν τις πρώτες δύο από τις τρεις συνιστώμενες δόσεις.

Παράλληλα, τον Ιούνιο του 2016, τα καταγεγραμμένα περιστατικά της νόσου μειώθηκαν κατά 50% στον κατάλληλο για εμβολιασμό πληθυσμό σε σύγκριση με το μέσο αριθμό περιστατικών που καταγράφηκαν συνολικά τα τελευταία τέσσερα χρόνια, ανεξαρτήτως από την κατάσταση εμβολιασμού των νηπίων ή την αναμενόμενη κάλυψη του στέλεχος του εμβολίου.

Νόσος υψίστης σημασίας η μηνιγγίτιδα Β – Αναγκαίος ο εμβολιασμός

Νόσο υψίστης σημασίας για τη δημόσια υγεία, με σοβαρές συνέπειες, χαρακτηρίζουν τα 2/3 των παιδιάτρων τη μηνιγγίτιδα Β. Αντίστοιχα, οι γονείς στη συντριπτική τους πλειοψηφία αναγνωρίζουν την επικινδυνότητα της νόσου (88,5%), καθώς και τις συνέπειες αυτής και θεωρούν ότι ο εμβολιασμός δύναται να έχει θετική επίπτωση στην πρόληψη λοιμωδών νοσημάτων.

Ειδικότερα, όπως προέκυψε από έρευνα που διεξήχθη από επιστημονική ομάδα υπό τον Επίκουρο Καθηγητή Πολιτικής Υγείας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Κυριάκο Σουλιώτη, 9 στους 10 παιδιάτρους συστήνουν στους γονείς τον εμβολιασμό των παιδιών τους έναντι της μηνιγγίτιδας Β. Ωστόσο, μόνο τρεις στους 10 γονείς έχουν εμβολιάσει το παιδί τους έναντι της νόσου, με το 94,7% των παιδιάτρων να δηλώνουν ως κυριότερο αποτρεπτικό παράγοντα τη μη ένταξη του εμβολίου στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού Παιδιών και Εφήβων και κατ’ επέκταση τη μη αποζημίωσή του.

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της έρευνας, ο Πρόεδρος της Ένωσης Ελευθεροεπαγγελματιών Παιδιάτρων Αττικής, Κωνσταντίνος Νταλούκας τόνισε πως «πράγματι η Μηνιγγίτιδα είναι ένα μεταδοτικό και ραγδαίως εξελισσόμενο νόσημα που τα συμπτώματά του το καθιστούν δύσκολο να διαγνωστεί, ειδικά σε βρέφη και νήπια, αφού μοιάζουν με αυτά μίας απλής ίωσης. Οι επιπτώσεις από τη νόσο είναι πολύ σοβαρές, με 1 στα 10 άτομα που προσβάλλονται από την Μηνιγγίτιδα να ενδέχεται να χάσει τη ζωή του, ενώ 1 στα 5 άτομα να εμφανίζει σοβαρές μόνιμες αναπηρίες. Σήμερα είμαστε πολύ τυχεροί γιατί η νόσος μπορεί να προληφθεί μέσω του εμβολιασμού. Υπάρχουν εμβόλια που χρησιμοποιούμε εδώ και χρόνια, έναντι των οροομάδων A,C W και Y, καθώς επίσης και το νεότερο εμβόλιο έναντι της οροομάδας Β, το οποίο όμως δεν καλύπτεται από την πολιτεία παρόλο που προστατεύει από το συχνότερο αίτιο μηνιγγιτιδοκοκκικής νόσου στην Ελλάδα, και ειδικά τα μικρά παιδιά και τα βρέφη κάτω του ενός έτους που κινδυνεύουν περισσότερο».

Από την πλευρά του, ο κ. Σουλιώτης, σχολιάζοντας το γεγονός ότι η πλειοψηφία τόσο των παιδιάτρων όσο και των γονέων αναγνωρίζει την Μηνιγγίτιδα Β ως νόσο με πολύ σοβαρές συνέπειες για την υγεία, σημείωσε:

«Τα αποτελέσματα της έρευνας τεκμηριώνουν την αναγκαιότητα της πρόληψης της Μηνιγγίτιδας Β στην χώρα μας. Η πρόληψη συνιστά ένα από τα πιο στοχευμένα εργαλεία άσκησης πολιτικής υγείας, καθώς προφυλάσσει τόσο τον πληθυσμό όσο και το ίδιο το σύστημα υγείας από τις κλινικές και οικονομικές επιπτώσεις της νόσου, οι οποίες μπορεί να είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικές εάν δεν προληφθούν εγκαίρως».

«Εν προκειμένω, το κενό που υπάρχει στην ασφαλιστική κάλυψη του εμβολιασμού για την πρόληψη της νόσου βρίσκεται σε αντίφαση τόσο με την άποψη των παιδιάτρων όσο και με την επιθυμία των γονέων. Είναι άλλωστε ενδεικτικό ότι οι γονείς, αντιλαμβανόμενοι τη σημασία της πρόληψης και παρά τη δυσμενή οικονομική συγκυρία, δείχνουν διατεθειμένοι ακόμα και να επιβαρυνθούν, σε κάποιο βαθμό, με το κόστος του εμβολιασμού», υπογράμμισε ακόμη ο κ. Σουλιώτης.

Η μηνιγγίτιδα

Η μηνιγγιτιδοκκοκική νόσος αποτελεί μία αιφνίδια, ύπουλη ως προς τα συμπτώματα, και απειλητική για τη ζωή λοίμωξη η οποία εκδηλώνεται συχνά σε κατά τα άλλα υγιή άτομα χωρίς προειδοποιητικά σημεία.

Είναι ραγδαίως εξελισσόμενη νόσος, η οποία παρουσιάζεται αρχικά με συμπτώματα μιας απλής ίωσης όπως πυρετό, εμετό και πονοκέφαλο, αλλά που εντός 24 ωρών μπορεί να προκαλέσει βακτηριακή μηνιγγίτιδα και σηψαιμία που απαιτούν επείγουσα νοσηλεία στην εντατική και μπορεί να οδηγήσουν σε θάνατο.

Σύμφωνα με στοιχεία, περίπου 1 στα 10 άτομα που προσβάλλονται από μηνιγγιτιδοκοκκική νόσο καταλήγει παρά τη θεραπεία, ενώ ένα στα πέντε άτομα που επιβιώνει εμφανίζει μόνιμες αναπηρίες, όπως εγκεφαλική βλάβη, απώλεια ακοής ή μαθησιακές δυσκολίες.

Σήμερα, η μηνιγγιτιδοκοκκική νόσος οφείλεται κυρίως στην οροομάδα Β (MenB) και ευθύνεται για την πλειοψηφία των περιστατικών στην Ελλάδα και τις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές χώρες, με τα βρέφη και τους εφήβους να αποτελούν ευπαθείς ομάδες που διατρέχουν τον υψηλότερο κίνδυνο λοίμωξης.

Ο αποτελεσματικότερος τρόπος πρόληψης και ελέγχου της μηνιγγίτιδας είναι ο εμβολιασμός. Έως σήμερα παρέχεται δωρεάν στα παιδιά ο εμβολιασμός για τις ορομάδες A,C,Y,W ενώ για την καταπολέμηση της μηνιγγίτιδας Τύπου Β, που είναι η πιο συχνή στην χώρα μας, υπάρχει διαθέσιμο εμβόλιο εδώ και δύο χρόνια το οποίο όμως δεν καλύπτεται από τα Ασφαλιστικά Ταμεία όπως σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το κόστος του ανέρχεται στα 100 ευρώ για κάθε μια από τις 4 δόσεις που πρέπει να κάνουν τα βρέφη και τις 2 δόσεις που θα πρέπει να κάνουν τα μεγαλύτερα παιδιά.

Ο εμβολιασμός μπορεί να προστατεύσει τις ζωές εκατοντάδων βρεφών και παιδιών στην Ελλάδα, αλλά το γεγονός ότι το εμβόλιο δεν έχει ενταχθεί στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών τα αφήνει έκθετα σε μια τόσο σοβαρή νόσο όσο η μηνιγγίτιδα τύπου Β.