«Να’ χαμε έναν Ομπάμα» – Υποκρισία και εθνικός ετεροπροσδιορισμός

Γοητευτικός και χαρισματικός αναμφίβολα ο Μπάρακ Ομπάμα -ίσως ο καλύτερος πρόεδρος των ΗΠΑ μετά τον Κένεντι- «έκλεψε τις καρδιές» των Ελλήνων. Ακόμα και μια λέξη να μην έλεγε για την απομείωση του χρέους, η ομιλία του για τη Δημοκρατία στο Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», η ξενάγηση στην Ακρόπολη και το Μουσείο, τα «σπασμένα» Ελληνικά του, η ίδια η πολιτική «μενταλιτέ» του, εν τέλει, συνέδραμαν σε ένα παγκόσμιο πολιτικό και επικοινωνιακό event που είχε ανάγκη η Ελλάδα.

Γράφει ο Σεραφείμ Κοτρώτσος

(από το : fortuno.gr)

%ce%ba%ce%bf%cf%84%cf%81%cf%89%cf%84%cf%83%ce%bf%cf%83Ήταν, ίσως, η πρώτη φορά μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 που η χώρα «κατέκτησε» τους πρώτους τίτλους των διεθνών μέσων ενημέρωσης με θετικό τρόπο. Και η πρώτη φορά στην εποχή των μνημονίων που η Ελλάδα αποκατέστησε τη φήμη που έχασε, διασυρόμενη από τις χυδαίες υπερβολές (περί ελληνικής τεμπελιάς και ανικανότητας) των ίδιων μέσων ενημέρωσης που για δύο ημέρες μας επευφημούσαν.

Ο φίλος μου ο Μιχάλης Ιγνατίου (πάνω από τρεις δεκαετίες ανταποκριτής στις ΗΠΑ και βαθύς γνώστης των εκεί πραγμάτων) έγραψε ( http://mignatiou.com/2016/11/i-ellada-chriazete-ena-igeti-opos-ton-proedro-barak-ompama-alla-pou-na-ton-vri/ ) για τη φράση που άκουσε περισσότερο να ψελλίζουν παντού όπου βρέθηκε αυτές τις μέρες ο Αμερικανός πρόεδρος: «έναν τέτοιο ηγέτη χρειάζεται η Ελλάδα».

Φοβάμαι πως για ακόμα μία φορά κάνουμε το ίδιο λάθος. Πέφτουμε στην παγίδα ενός ιδιότυπου «εθνικού ετεροπροσδιορισμού». Όχι γιατί ο πρόεδρος Ομπάμα δεν υπήρξε ένας εξαιρετικός ηγέτης της μεγάλης υπερδύναμης και, κυρίως, ένας πολιτικός παγκόσμιου βεληνεκούς που προσπάθησε να λειάνει τις αιχμηρές γωνίες της σκληρής πλευράς της παγκοσμιοποίησης. Αλλά διότι η αναζήτηση ενός «ηγετικού μοντέλου» και ειδικότερα ενός μοντέλου…εκ μεταγραφής, υποδηλώνει ακόμα περισσότερο τα δικά μας πολιτικά και κοινωνικά αδιέξοδα.

Πολλοί εξ αυτών που αυθορμήτως αναφώνησαν » η Ελλάδα χρειάζεται έναν Ομπάμα», πριν μερικά χρόνια έλεγαν «η Ελλάδα θέλει τον δικό της Ερντογάν». Υπήρξαν, μάλιστα, σχολιαστές και πολιτικοί που περιέφεραν αυτή την άποψη στα τηλεοπτικά πάνελ. Με τον ίδιο τρόπο κάποιοι άλλοι έλεγαν, ακόμα και πρόσφατα, πως «μακάρι να είχαμε κι εμείς έναν Πούτιν». Ομπάμα, Ερντογάν ή Πούτιν; Ένα, δύο ή τρία αδιέξοδα;

Πέραν του προφανούς, ό,τι, δηλαδή, η Ελλάδα δεν διαθέτει γεωπολιτική σφαίρα επιρροής που να αναδεικνύει πολιτικές προσωπικότητες ευρέως φάσματος και οι οποίες να μετουσιώνουν σε διεθνή εικόνα την πραγματική ισχύ της χώρας, υπάρχει και η ζοφερή εσωτερική πραγματικότητα.

Η αναζήτηση «ηγετικού μοντέλου» εκπηγάζει, κυρίως, από την εθνική εσωστρέφεια και τη μιζέρια που δημιουργούν η χρεοκοπία του πολιτικού συστήματος και των θεσμών, απότοκο και συμπλήρωμα της οικονομικής χρεοκοπίας της χώρας.

Δεν αναζητήσαμε ποτέ έναν Μιτεράν όταν είχαμε τον Ανδρέα Παπανδρέου, έναν Χέλμουτ Κολ όταν είχαμε τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, έναν Σρέντερ ή έναν Κλίντον όταν είχαμε τον Κώστα Σημίτη, ή μια Μέρκελ όταν είχαμε τον Κώστα Καραμανλή. Για τον απλούστατο λόγο πως μέσα στην ψευδεπίγραφη ευμάρειά μας ή, έστω, την απατηλή υπόσχεση για κάποια επερχόμενη ευμάρεια, οι δικοί μας ηγέτες ήταν αρκούντως βολικοί. Μια «μαγική εικόνα» του πολιτικού συστήματος που αντανακλούσε την «μαγική εικόνα» μιας κοινωνίας που περνούσε καλά αδιαφορώντας για τα περαιτέρω και το επέκεινα.

Την ίδια ώρα, όμως, οι θεσμοί κατέρρεαν, η κοινωνία εκμαυλιζόταν, η διαφθορά βάθαινε, η αξιοκρατία εξαφανιζόταν και, όταν όλα αυτά συμπληρώθηκαν από την οικονομική χρεοκοπία, το παλαιό πολιτικό σύστημα έγινε θρύψαλα και η κοινωνία άρχισε να αναζητά μικρούς «από μηχανής θεούς».

Όσοι, για παράδειγμα, έλεγαν πριν μερικά χρόνια πόσο μεγάλος ηγέτης ήταν ο Ερντογάν, κρύβονται τώρα στα λαγούμια καθώς διαπιστώνουν πως «ο ηγέτης που χρειαζόταν και η Ελλάδα» εξελίχθηκε σε έναν ισλαμοδικτάτορα.

Το ζήτημα είναι πως δεν βάζουμε μυαλό. Δεν θα εκπλαγώ εάν σε ένα ή δύο χρόνια από σήμερα υπάρξει τμήμα της κοινωνίας που με την ίδια ευκολία αναζητά τον ‘Έλληνα Τραμπ».

Πόση υποκρισία, όμως, εμπεριέχει αυτός ο ετεροπροσδιορισμός.

Θα ήθελαν κάποιοι έναν Ομπάμα αλλά σπεύδουν να ψηφίσουν εσωτερικούς διάττοντες αστέρες ή να υποστηρίξουν τα στερεότυπα μιας μεταπολίτευσης που έχει καταρρεύσει. Διότι, τελικά, οι ηγέτες και οι «ηγέτες» δεν αναδεικνύονται ερήμην των κοινωνιών. Εκφράζουν, κάθε φορά, έστω και στο πλαίσιο της συγκυρίας, τα ρεύματα της κοινωνίας.

Ο Ομπάμα εξελέγη πανηγυρικά το 2008. Είμαστε σίγουροι πως θα εκλεγόταν και σήμερα ενώπιον μιας αμερικανικής κοινωνίας διχασμένης και πτωχοποιημένης, με βαθιά χαραγμένα τα σημάδια των ανισοτήτων;

Μια λαϊκή παροιμία λέει «κακό χωριό τα λίγα σπίτια». Δυστυχώς, αυτό είμαστε. Ακούγοντας τον Μπάρακ Ομπάμα να εξάρει το ελληνικό ιδεώδες του «Κράτους» και του «δήμου», να αναφέρεται στον Περικλή και τον Αδαμάντιο Κοραή και να μιλά για φιλότιμο, πόσοι εξ ημών αναγνώρισαν αυτά τα χαρακτηριστικά στην σύγχρονη Ελλάδα των μνημονίων και του νόμου της τρόϊκας;