Το ΣτΕ έκρινε παράνομο τον τρόπο προσδιορισμού των αντικειμενικών για τον ΕΝΦΙΑ σε 4 περιοχές!

Τα πάνω κάτω έρχονται ως προς την αντισυνταγμότητα του πιο άδικου φόρου

Μια απόφαση που μπορεί να προκαλέσει τεράστιες ανατροπές και πολλά προβλήματα στην κυβέρνηση, έβγαλε το Συμβούλιο τη Επικρατείας.
Συγκεκριμένα, οι δικαστές έκριναν ότι είναι παράνομος ο τρόπος προσδιορισμού των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων και κατά συνέπεια και ο προσδιορισμός του ΕΝΦΙΑ σε 4 περιοχές της χώρας.
Οι σύμβουλοι Επικρατείας ακύρωσαν την υπουργική απόφαση καθορισμού των αντικειμενικών αξιών κατά το σκέλος εκείνο μόνο που αφορά τις 4 εν λόγω περιοχές (σε αυτές μόνο τις περιοχές είχαν ακίνητα οι προσφεύγοντες στο ΣτΕ) και όχι για την υπόλοιπη Ελλάδα, καθώς ο προσδιορισμός έγινε οριζόντια (χαρακτηριστικά όπως αναφέρεται στις αποφάσεις καθορίστηκαν «συλλήβδην για όλες τις ζώνες ορισμένης περιφέρειας»).
Δηλαδή χωρίς να υπάρχει διαφανής, ορισμένη, πρόσφορη και οικονομετρικά άρτια μεθοδολογία προσδιορισμού των αντικειμενικών αξιών, όπως προβλέπεται από τη νομοθεσία (νόμος 3852/2010), αλλά ούτε λήφθηκε υπόψη η γνώμη του κάθε Δήμου ή Κοινότητας, όπως προβλέπεται.
Οι 4 αυτές περιοχές είναι 3 στην Αττική και συγκεκριμένα Φιλοθέη, Ψυχικό, Νέο Βουτζά, αλλά και για τους Δελφούς Άμφισσας.
Σύμφωνα με το euro2day, οι αποφάσεις του ΣτΕ δεν σημαίνουν ότι πρέπει να επιστραφεί ο ΕΝΦΙΑ του 2016 στους ιδιοκτήτες ακινήτων των 4 αυτών περιοχών και αυτό γιατί κρίθηκε ότι δεν μπορεί ένα μήνα πριν την εκπνοή του 2016 να τροποποιηθεί ο κρατικός προϋπολογισμός.
Όμως, η Κυβέρνηση πρέπει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2016 να έχει προσδιορίσει τις νέες αντικειμενικές αξίες στις 4 αυτές περιοχές προκειμένου να καθοριστεί -σύμφωνα με αυτές και όπως προβλέπει το ΣτΕ- ο ΕΝΦΙΑ για το 2017.
Οι αντικειμενικές αξίες και ο ΕΝΦΙΑ των περιοχών αυτών κρίθηκε μη νόμιμος από 8.6.2016, δηλαδή από την ημέρα συζήτησης των υποθέσεων στο ακροατήριο της 7μελούς σύνθεσης του Β΄ Τμήματος του ΣτΕ.
Ειδικότερα, η 7μελής σύνθεσης του Β΄ Τμήματος με τις υπ΄ αριθμ. 2334-2337/2016 αποφάσεις της και με πρόεδρο την αντιπρόεδρο Μαίρη Σάρπ, επισημαίνει ότι «κατά την έννοια των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, ερμηνευoμένων υπό το φως των άρθρων 4 (παρ. 5) και 78 (παρ. 1) του Συντάγματος, ο προσδιορισμός από την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων πρέπει να διενεργείται με βάση ενιαία (για το σύνολο των περιοχών που έχουν ενταχθεί στο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού), διαφανή, αρκούντως ορισμένη, πρόσφορη και οικονομετρικά άρτια μεθοδολογία, ώστε να παρέχονται στους βαρυνόμενους επαρκή εχέγγυα ορθού καθορισμού της φορολογούμενης (ελάχιστης εύλογης αγοραίας) αξίας των ακινήτων τους και να τηρείται από τα αρμόδια διοικητικά όργανα το ίσο μέτρο (γνωμοδοτικής και αποφασιστικής) κρίσης.
Η τοιαύτη ειδική μέθοδος πρέπει, ιδίως, να λαμβάνει προσηκόντως υπόψη την παρατεταμένη και σταδιακά εντεινόμενη ύφεση της αγοράς ακινήτων, συνεπεία της οικονομικής κρίσης και της επιβάρυνσης της ακίνητης περιουσίας με νέους φόρους, από το 2010 και μετά».
Επιπρόσθετα, οι σύμβουλοι Επικρατείας αναφέρουν: «Κατά την κοινή πείρα, ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο προσδιορισμού της αγοραίας αξίας ενός ακινήτου είναι η τοποθεσία του, ο ως άνω ορισμός πρέπει να γίνεται τουλάχιστον σε επίπεδο δημοτικής ενότητας ή κοινότητας δήμου, κατόπιν συνεκτίμησης (διενεργούμενης κατ’ εφαρμογή της προαναφερόμενης ειδικής μεθόδου) συγκεκριμένων, περιλαμβανόμενων στο διοικητικό φάκελο, πρόσφορων και επίκαιρων στοιχείων για την πραγματική αγοραία αξία των ακινήτων στη σχετική ζώνη ή, σε περίπτωση αιτιολογημένης διαπίστωσης της ανυπαρξίας τέτοιων στοιχείων, με συνεκτίμηση ανάλογων υφιστάμενων στοιχείων για τις όμορες/γειτονικές ζώνες ή για άλλες ζώνες που κρίνονται αιτιολογημένα ότι παρουσιάζουν ουσιώδεις ομοιότητες όσον αφορά την αγορά ακινήτων.
Μεταξύ των στοιχείων που (πρέπει να) λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο αυτό, είναι και η προβλεπόμενη στο άρθρο 261 παρ. 4 του ν. 3852/2010 (απλή) γνώμη του οικείου Δημοτικού Συμβουλίου».
Επομένως, υπογραμμίζεται στις αποφάσεις του ΣτΕ, «η πρόταση ή/και ο κανονιστικός καθορισμός των τιμών εκκίνησης δεν χωρεί νομίμως, αν γίνεται (κατά παραγνώριση των προαναφερόμενων, συναγόμενων από το άρθρο 41 του ν. 1249/1982, όρων) συλλήβδην για όλες τις ζώνες ορισμένης περιφέρειας ή του συνόλου της επικράτειας, κατά γενική επίκληση και εκτίμηση στοιχείων αναγόμενων σε διάφορες περιοχές και δίχως συγκεκριμένη μεθοδολογία, που να έχει τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά».
Ως προς τις αιτήσεις ακυρώσεως και τις περιοχές που απασχόλησαν τους δικαστές, αναφέρεται στις αποφάσεις του ΣτΕ:
«Ο καθορισμός των τιμών εκκίνησης στην επίδικη ζώνη έγινε στο πλαίσιο συλλήβδην προσδιορισμού των αντικειμενικών αξιών για τις ζώνες του συνόλου της επικράτειας, αναλόγως της τιμής που είχαν πριν από την επίδικη αναπροσαρμογή, βάσει εισήγησης της αρμόδιας επιτροπής του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, η οποία πρότεινε οριζόντιες ποσοστιαίες μεταβολές ανά ομάδα τιμών ζώνης γενικά των ακινήτων της οικείας περιφέρειας, χωρίς να εκφέρει εξατομικευμένη κρίση για τις επιμέρους ζώνες της, ειδικότερα, δε, για την επίδικη ζώνη, με παράθεση των συγκεκριμένων στοιχείων που έλαβε υπόψη της σχετικά με τη ζώνη αυτή, και χωρίς να προκύπτει η εφαρμογή (από την επιτροπή και, περαιτέρω, από τον υπουργό) ορισμένης, οικονομετρικά άρτια μεθοδολογίας προσδιορισμού των αντικειμενικών αξιών».
Κατόπιν αυτών οι έγιναν δεκτές οι αιτήσεις των κατοίκων των 4 αυτών περιοχών και οι σύμβουλοι Επικρατείας ακύρωσαν την προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, κατά το μέρος της με το οποίο καθορίστηκαν οι τιμές εκκίνησης των 4 περιοχών.
Τέλος, το ΣτΕ «σταθμίζοντας τα συμφέροντα των διαδίκων, αποδίδει μείζονα βαρύτητα στο επιτακτικό δημόσιο συμφέρον, που καθίσταται ακόμα εντονότερο υπό τις παρούσες δημοσιονομικές συνθήκες, αποτροπής του κινδύνου ουσιώδους διαταραχής των φορολογικών εσόδων του Κράτους για το έτος φορολογίας 2016, και, συνακόλουθα, κρίνει, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 50 παρ. 3β του π.δ. 18/1989, ότι η ακύρωση καθεμίας των επίμαχων ρυθμίσεων της παραγράφου 2α της προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης πρέπει να μην αναδράμει στο χρόνο έναρξης ισχύος της (21.5.2015), αλλά στις 8.6.2016, χρόνο συζήτησης των υποθέσεων στο ακροατήριο».