Στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών ξεκίνησε στις 5/12/2016 μια ποινική δίκη με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο για τους κατηγορουμένους, όσο και για τα «ενδοοικογενειακά» της Δικαιοσύνης. Κατηγορούμενοι επιχειρηματίες, δικαστές, δικηγόροι (ένας εξ’ αυτών τέως βουλευτής) ιερέας γνωστός στα δικαστήρια για τις αποδιδόμενες κατά καιρούς εμπλοκές του σε υποθέσεις «παραδικαστικού κυκλώματος» κ.λπ.

Αντικείμενο διερεύνησης της υπόθεσης συνιστά η δωροδοκία ή μη δικαστών που κατά το παρελθόν συμμετείχαν σε σύνθεση του Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών που δίκασε παλαιότερη υπόθεση «παραδικαστικού κυκλώματος». Σε εκείνη την υπόθεση ο κατηγορούμενος δικηγόρος (τέως βουλευτής) απηλλάγη, ενώ ο συγκατηγορούμενος του επιχειρηματίας καταδικάσθηκε με αποτέλεσμα την επί του ακροατηρίου «έκρηξη» του τελευταίου κατηγορώντας την σύνθεση του δικαστηρίου ότι δωροδοκήθηκε και ότι είχε στα χέρια του μαγνητοφωνημένο ακουστικό υλικό που αποδείκνυε τον ισχυρισμό του.

Κατά την έναρξη της διαδικασίας της πρόσφατης υπόθεσης προ ολίγων ημερών στο Εφετείο της Αθήνας, αμέσως μετά τον διορισμό και την νομιμοποίηση των συνηγόρων υπεράσπισης των κατηγορουμένων, η Πρόεδρος του Δικαστηρίου, απευθύνθηκε στους κατηγορούμενους και τους συνηγόρους τους ρωτώντας εάν κανείς εξ’ αυτών είχε να υποβάλλει κάποιο αίτημα ή δήλωση. Ουδείς απάντησε. Η Πρόεδρος συνέχισε ρωτώντας «Ούτε ο πρώτος κατηγορούμενος έχει να υποβάλει κάποιο αίτημα ή να κάνει κάποια δήλωση;». Επίσης, ουδεμία απάντηση. Στο σημείο εκείνο, η Πρόεδρος δήλωσε ότι οφείλει να υποβάλλει δήλωση αποχής και η σύνθεση του δικαστηρίου αποχώρησε προκειμένου να λάβει χώρα η σχετική διαδικασία.

Κατά τον χρόνο αναμονής ολοκλήρωσης της διαδικασίας αποχής της Προέδρου, τα «πηγαδάκια» έξω από την δικαστική αίθουσα «πήραν φωτιά». Δικηγόροι, δημοσιογράφοι και κατηγορούμενοι συνεισέφεραν, ό,τι ο καθένας γνώριζε, μια που η Πρόεδρος του Δικαστηρίου ουδόλως αναφέρθηκε στον λόγο αποχής της ή στο τυχόν αίτημα του πρώτου των κατηγορουμένων.

Ο πρώτος των κατηγορουμένων, είχε κατά το παρελθόν υποβάλλει μήνυση και αναφορά σε βάρος της Προέδρου του Δικαστηρίου. Στην παρούσα δίκη, απουσίαζε και εκπροσωπήθηκε από συνήγορο υπεράσπισης, ο οποίος όμως δεν προέβαλε σχετικό λόγο εξαίρεσης της Προέδρου.

Η πληροφορία όμως που «έπεσε σαν βόμβα» και αφορούσε τον λόγο αποχής της Προέδρου αφορούσε την υπεράσπιση του κατηγορουμένου δικαστή, ένας εκ των συνηγόρων του οποίου υπήρξε ο τέως σύζυγός της Προέδρου!

Ως εκ τούτου, η από μέρους της Προέδρου δήλωση αποχής της φάνηκε ότι υπήρξε μονόδρομος, καθώς σε καμία των περιπτώσεων δεν ήταν δυνατή η παραμονή της στην έδρα, η διεύθυνση της συζήτησης και η εκδίκαση της υπόθεσης όπου συμμετείχε ο τέως σύζυγο της, ως συνήγορος κατηγορουμένου, ανεξαρτήτως των καλών ή κακών σχέσεων τους.

Η μια έκπληξη όμως, ακολούθησε την άλλη, όταν το Δικαστήριο υπό την προεδρία του αναπληρωτή εφέτη, απήγγειλε την απόφαση του και έκρινε ότι δεν συντρέχει λόγος αποχής της Προέδρου και ότι μπορούσε να προεδρεύσει στην δίκη εκείνη, παρά την συμμετοχή του πρώην συζύγου της! Σημειωτέον, ότι ο εισαγγελέας της έδρας πρότεινε την αποδοχή της δήλωσης αποχής της Προέδρου!

Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες η Πρόεδρος δήλωσε στο πλαίσιο της σχετικής διαδικασίας ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου υπήρξε κατά το παρελθόν σύζυγος της πλην όμως έκτοτε ουδεμία ουσιαστική ή τυπική σχέση υφίσταται μεταξύ τους, καταλήγοντας: «Παρ’ όλα αυτά για λόγους ευπρέπειας οφείλω να σας δηλώσω τον ανωτέρω λόγο, προκειμένου εσείς να κρίνετε αν επιβάλλεται η αποχή μου από την άσκηση των καθηκόντων μου στην συγκεκριμένη ποινική υπόθεση».

Καλά πληροφορημένες δικαστικές πηγές σχολιάζουν ότι η ανωτέρω δήλωση της Προέδρου υπήρξε προβληματική για δυο (2) λόγους:

Πρώτον, σύμφωνα με τον νόμο (άρθρο 23 ΚΠΔ) ο δικαστικός λειτουργός δηλώνει τον λόγο για τον οποίο αποκλείεται ή εξαιρείται από τα καθήκοντα του ή την ύπαρξη σοβαρών λόγων ευπρέπειας, αιτούμενος την αποχή του, με σκοπό να του επιτραπεί η αποχή. Μάλιστα, σύμφωνα με τον νόμο, η δήλωση αποχής πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να στηρίζεται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προέκυψε από τα έγγραφα της δικογραφίας, η Πρόεδρος δεν αιτήθηκε την αποχή της, αλλά ανέφερε απλά το γεγονός του προηγούμενου γάμου της με τον συνήγορο υπεράσπισης και ζήτησε από το δικαστήριο να κρίνει εάν συντρέχει λόγος αποχή της ή μη, ενώ εφόσον υπέβαλε τέτοια δήλωση, όφειλε να την υποστηρίξει.

Όμως, όπως παρατηρούν νομικοί κύκλοι, η συγκεκριμένη δήλωση δεν συνιστά νόμιμη αίτηση αποχής καθώς η Πρόεδρος όχι μόνο δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα, όχι μόνο δεν περιέγραψε λόγους αποχής, αλλά αντιθέτως υπονόησε η ίδια ότι δεν υφίσταται λόγος αποχής της και προέβη στην εν λόγω δήλωση για να μην θεωρηθεί ότι αποσιώπησε λόγους αποκλεισμού ή εξαίρεσης της που οδηγούν σε πειθαρχικό ή και ποινικό έλεγχο του δικαστή (άρθρο 26 ΚΠΔ).

Δεύτερον, από τις ίδιες πληροφορίες προέκυψε ότι η Πρόεδρος με τον συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου, πρώην σύζυγο της, έχουν αποκτήσει ένα τέκνο, ασκώντας σήμερα από κοινού την γονική μέριμνα και άρα η από μέρους της αναφορά σε «ουδεμία τυπική ή ουσιαστική σχέση» με τον πρώην σύζυγο της, ελέγχεται αντικειμενικά και αυταπόδεικτα ως μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα, ώστε να αναφύονται πλείστα όσα ερωτηματικά για την επιμονή της να παραμείνει στην σύνθεση του δικαστηρίου και να δικάσει την εν λόγω υπόθεση.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ...

Η ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη περιήγηση σας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτήν τη σελίδα αποδέχεστε τα Cookies. Αποδοχή Περισσότερα