Μαρινάκης για Καμμένο: Φαίνεται να μην κατάλαβε το περιεχόμενο του εισαγγελικού πορίσματος

Την αντίδραση του Βαγγέλη Μαρινάκη προκάλεσαν τα σχόλια του προέδρου των Ανεξάρτητων Ελλήνων, Πάνου Καμμένου, δηλώνοντας ότι οι προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, οι ύβρεις και τα λογοπαίγνια δεν μπορούν να συσκοτίσουν την αλήθεια.

Υπενθυμίζεται ότι σήμερα ο εισαγγελέας Παναγιώτης Μπρακουμάτσος έθεσε στο αρχείο τη δικογραφία, που αφορά την υπόθεση των καταγγελιών του επιχειρηματία Ευθύμιου Γιαννουσάκη -έγκλειστου στις φυλακές για την υπόθεση μεταφοράς των δύο τόνων ηρωϊνης με το πλοίο «Noor 1»- ότι δέχθηκε πιέσεις από τον υπουργό Εθνικής Άμυνας Πάνο Καμμένο.

Μετά την ανακοίνωση της απόφασης ο πρόεδρος των Ανεξάρτητων Ελλήνων δήλωσε «Σήμερα, μετά από ενδελεχή έρευνα της Δικαιοσύνης, κατέπεσε η σκευωρία που κάποιοι προσπάθησαν να στήσουν σε βάρος μου. Η Εισαγγελία Εφετών Πειραιώς έθεσε στο αρχείο τις μηνυτήριες αναφορές του δίδυμου των Παραπολιτικών, καθώς και του ήδη καταδικασμένου ισόβια για την υπόθεση του Noor1 κρατούμενου, και διέταξε έρευνα για όσα αδικήματα τελέστηκαν σε βάρος μου, αλλά και σε βάρος της κ. Εισαγγελέως και του λιμενικού υπαλλήλου.»

Μετά λοιπόν από τις δηλώσεις του κ. Καμμένου ότι κατέπεσε η σκευωρία που κάποιοι προσπάθησαν να στήσουν σε βάρος του, ο κ. Μαρινάκης το βράδυ της Παρασκευής προχώρησε στην ακόλουθη δήλωση:

«Ο πρόεδρος των Ανεξάρτητων Ελλήνων και υπουργός Εθνικής Άμυνας αισιοδόξησε και επιχαίρει γιατί φαίνεται να μην κατάλαβε το περιεχόμενο του εισαγγελικού πορίσματος», αναφέρει στη δήλωσή του για τον Π. Καμμένο ο Β . Μαρινάκης και επισημαίνει: «Η σιωπή του τελευταίου διαστήματος διακόπηκε από την ανάγκη ηχηρής αναγγελίας της προσποιητής ανακούφισής του, μέχρι την λογοδοσία του στη Βουλή. Αναλώθηκε δε σε ανούσιες μεγαλοστομίες και ύβρεις κυριαρχημένος από την πλάνη συγκάλυψης της πραγματικότητας.

Η αλήθεια παραμένει ακλόνητη ότι ο ίδιος είχε πολλές και μεγάλης διάρκειας αδικαιολόγητες και για παράνομο σκοπό συνομιλίες με τον κρατούμενο. Καλούμενος να τις αιτιολογήσει στην Βουλή, μέσα σε ελάχιστες ημέρες, έδωσε απολύτως διαφορετικές και αντιφατικές αιτιολογίες.

Φαίνεται να μην αντιλήφθηκε καν από το εισαγγελικό πόρισμα το απλούστερο και σαφέστατο. Ότι, δηλαδή, διατάχθηκε πειθαρχική και ποινική έρευνα κατά των σωφρονιστικών υπαλλήλων για τη χρήση κινητού τηλεφώνου από τον κρατούμενο, μέσω του οποίου ο υπουργός συνομιλούσε μαζί του διαρκώς και αντάλλασσε μηνύματα.

Πως λοιπόν να αναζητήσει κανείς συναίσθηση ευθύνης για τα πολύ σοβαρότερα, την έρευνα των οποίων θα διενεργήσει η Βουλή για τον ίδιο και ο Εισαγγελέας του Ναυτοδικείου για τον λιμενικό, στους οποίους απεστάλη η δικογραφία. Έτσι μόνο δικαιολογείται η αντιστροφή που επιχειρεί ώστε την έρευνα για τα αδικήματα που διέπραξε να την θεωρεί έρευνα αδικημάτων δήθεν εις βάρος του.

Οι προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, οι ύβρεις και τα λογοπαίγνια δεν μπορούν να συσκοτίσουν την αλήθεια. Μπορούν, όμως, και πράγματι αποκαλύπτουν την αδυναμία διατύπωσης μιας πειστικής απάντησης».